Skip to content

Το «ΟΧΙ» του 1940 μέσα από τα ρεμπέτικα (Μέρος 2ο)

24/10/2009

Στη «Μπλογκοσλοβακία» γιορτάζουμε και φέτος την εθνική επέτειο με ρεμπέτικους ρυθμούς.  Στο περσινό  επετειακό ποστ «Το «ΟΧΙ» του 1940, σατιρικά και ρεμπέτικα» θα βρείτε κάποια  ρεμπέτικα τραγούδια που γράφτηκαν εκείνες τις μέρες και έχουν ένα σατιρικό ύφος. Σήμερα θα δούμε μερικά ακόμα ρεμπέτικα που κυκλοφόρησαν τις χρονιές 1940-1941 κι έχουν θέμα σχετικό  με το έπος του ’40.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν το ταξίδι μας.
28 Οκτωβρίου 1940. Οι φαντάροι μας φεύγουν για το μέτωπο με το χαμόγελο στα χείλη. Η σκέψη  τους όμως είναι σ’ αυτούς που μένουν πίσω. Στη μάνα, στα παιδιά, στη γυναίκα τους. Στο Δεσποινάκι τους, στο Μαρικάκι τους, στο Κατερινάκι τους. Σε κάποιο Χαρικλάκι τέλος πάντων, που θα επιφορτιστεί με όλες τις ανδρικές δουλειές, όσο οι άνδρες θα πολεμάνε στο μέτωπο.
Τους σατιρικούς στίχους του Κώστα Κοφινιώτη,  που έντυσε με χασάπικο ρυθμό ο Μάρκος  Βαμβακάρης  θα ακούσουμε στο τραγούδι «Αν φύγουμε στον πόλεμο» . Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο εκείνες τις μέρες και το ερμηνεύουν  ο συνθέτης και ο Απόστολος Χατζηχρήστος.

Αν φύγουμε στον πόλεμο

Αν φύγουμε στον πόλεμο, μικρό μου Χαρικλάκι,
θα κάνεις τον εισπράκτορα ή και το σωφεράκι.

Θ’ αφήσεις το νοικοκυριό, θ’ αφήσεις την κουζίνα,
τραγιάσκα θα φορείς στραβά, θα σου πηγαίνει φίνα.

Θα κόβεις εισιτήριο, στο τραμ, για το Παγκράτι,
οι γέροι θα σου κλείνουνε, με πονηριά το μάτι.

Κι όσοι για τα ματάκια σου, τα μαύρα τσιμπηθούνε,
και ρέστ’  από  χιλιάρικο, ποτέ δε θα ζητούνε

Αντιηρωϊκό και με σατιρική διάθεση είναι και το επόμενο τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη,»ο Αγύμναστος». Οι στίχοι είναι του Γιώργου Φωτίδα και περιγράφουν την δυσκολία προσαρμογής στο χακί. Ο Βαμβακάρης που ανήκε στην κλάση του 1925, επιστρατεύτηκε σε μεγάλη σχετικά ηλικία (35 χρονών) και το τραγούδι το έγραψε στο στρατόπεδο Γουδή, όπου παρουσιάστηκε για εκπαίδευση.

Ο Αγύμναστος

Όσο κι αν τό ‘λεγαν πολλοί, εγώ δε φανταζόμουν
πως τώρα στα γεράματα φαντάρος θα ντυνόμουν.

Κι όμως με βάλαν στη γραμμή, σε «φάλαγγα κατ’ άνδρα»
και με διπλοκλειδώσανε στου Πεζικού τη μάντρα.

Ο κυρ-λοχίας ο φτωχός, ωσότου να με μάθει
το «παρά πόδα» και το «άλτ» ο δόλιος τ’ είχε πάθει.

Τώρα ριχτείτε στο φαΐ, η σάλπιγγα σας κράζει,
«όλ’ οι φαντάροι στη γραμμή», ο δεκανεύς φωνάζει

Συνεχίζουμε  με το τραγούδι «Ψηλά στης Πίνδου τα βουνά»του Δημήτρη Γκόγκου (Μπαγιαντέρα) που κυκλοφόρησε κι αυτό το 1940. Στους στίχους του τραγουδιού ο πολεμιστής φαντάρος απευθύνεται στη μάννα του και περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στο μέτωπο, προσπαθώντας παράλληλα να την παρηγορήσει αλλά και να την προετοιμάσει για την περίπτωση που δεν γυρίσει ζωντανός. Τραγουδά ο συνθέτης.

Ψηλά στης Πίνδου τα βουνά.

Ψηλά βουνά κι απάτητα, μανούλα μου, περνούμε,
Νεμέρσκα, Πίνδο, Μόροβα και πάντοτε νικούμε.

Μην κλαις, γλυκιά μανούλα μου, που πήγα μακρυά σου,
γρήγορα θα νικήσουμε και θα βρεθώ κοντά σου.

Κι αν δεν γυρίσω, μάνα μου, μη λάχει και πονέσεις,
τη νίκη νά ‘χεις για χαρά και μη μαυροφορέσεις.

Αέρα!

«Στης Αλβανίας τα βουνά» μας μεταφέρει και το επόμενο τραγούδι, που κυκλοφόρησε κι αυτό το 1940. Η μουσική είναι του Απόστολου Χατζηχρήστου και οι αισιόδοξοι στίχοι του Γιώργου Φωτίδα. Το ερμηνεύουν ο Απ. Χατζηχρήστος, ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Γιάννης Σταμούλης.

Στης Αλβανίας τα βουνά

Στης Αλβανίας τα βουνά
μερόνυχτα γυρνάω
για τη γλυκιά πατρίδα μας
μανούλα πολεμάω
για τη γλυκιά πατρίδα μας
μανούλα πολεμάω

Έχω μαζί μου το Θεό
μάνα και δεν φοβάμαι
κι ένα γλυκό ξημέρωμα
κοντά σου πάλι θα ‘μαι
κι ένα γλυκό ξημέρωμα
κοντά σου πάλι θα ‘μαι

Θα ‘ρθω μανούλα νικητής
ξανά θα μ’ αγκαλιάσεις
το μοναχό παιδάκι σου
μάνα δε θα το χάσεις
το μοναχό παιδάκι σου
μάνα δε θα το χάσεις

Ο τυφλός από τα παιδικά του χρόνια συνθέτης του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού Στέλιος Χρυσίνης με το τραγούδι του «Όλα τα ελληνόπουλα» εξυμνεί σε καλαματιανό ρυθμό την ομοψυχία του ελληνικού λαού στις δύσκολες εκείνες στιγμές. Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1940 και το ερμηνεύει ο Στελάκης Περπινιάδης.

Όλα τα Ελληνόπουλα

Όλα τα Ελληνόπουλα με λεβεντιά και χάρη,
τραβάνε για το μέτωπο με δόξα και καμάρι.

Για ν’ απαντήσουν τον εχθρό πηγαίνουν αντρειωμένα
και να ξαναγυρίσουνε γοργά και τιμημένα.

Βοήθα Χριστέ και Παναγιά πάντοτε το Στρατό μας,
δώσε μεγάλη δύναμη, το δίκιο είναι δικό μας.

Για τ’ άδικο που έκαναν αυτοί οι δολοφόνοι,
θα τους πληρώσει γρήγορα το ελληνικό κανόνι

Ο Στελάκης Περπινιάδης ερμηνεύει και το «Μη σε φοβίζει ο πόλεμος». Η μουσική είναι του Παναγιώτη Τούντα και οι στίχοι του Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1941.

Μη σε φοβίζει ο πόλεμος

Τον όρκο στη πατρίδα μας, π’ έκανα τον φυλάω,
κι ώσπου να πάψ’ ο πόλεμος, εγώ θα πολεμάω.

Με το γυλιό στον ώμο μου, το χέρι στη σκανδάλη,
θα γράψω με τη λόγχη μου, καινούργιες δόξες πάλι.

Ό,τ’ έκανα στο Μόραβα και στου Ιβάν τη ράχη,
τώρα θα κάνω πιότερα κι αλλού αν τύχει μάχη.

Δεν με φοβίζ’ ο πόλεμος, γι’ αυτό και νύχτα-μέρα,
με περηφάνια μάχομαι, φωνάζοντας αέρα!

Τον Μάρτιο του 1941 ηχογραφήθηκε το τραγούδι «Με θάρρος αγωνίζομαι» σε στίχους του «Τσάντα» Χαράλαμπου Βασιλειάδη (στον δίσκο εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Ιωάννης Ταμβάκης) και μουσική του Βασίλη Μαυροφρύδη.Το όμορφο και γρήγορο αυτό ζεϊμπέκικο με τους πατριωτικούς στίχους, στους οποίους γίνεται αναφορά ακόμα και στη δόξα του 1821, ερμηνεύεται από τον Στέλιο Κερομύτη και την Ιωάννα Γεωργακοπούλου.

Με θάρρος αγωνίζομαι

Το σπίτι μου λησμόνησα
και κάθε μου σκοτούρα,
και σαν θεριό πολέμησα
επάνω στη Κλεισούρα.

Τους όλμους δεν φοβήθηκα
τα τάνκς και τα κανόνια,
και μεσ’ στις μάχες ξέχασα
τους πάγους και τα χιόνια.

Με θάρρος αγωνίζομαι
γερά κι αντρειωμένα,
για μια Ελλάδα αθάνατη
σαν το Εικοσιένα.

Θα μπω μπροστά περήφανος
με γέλιο και μ’ ελπίδα,
και θα κρατήσω ελεύθερη
την ένδοξη Πατρίδα

Η Νταίζη Σταυροπούλου, μια ιδιαίτερη περίπτωση τραγουδίστριας του ρεμπέτικου που ενώ ηχογράφησε σε δίσκους 28 τραγούδια δεν εμφανίστηκε ποτέ σε κέντρα, ερμηνεύει το επόμενο τραγούδι «Θα πάρω το ντουφέκι μου» , που κυκλοφόρησε το 1941 και είναι σύνθεση του Στέλιου Κερομύτη. Σύμφωνα με τους στίχους του τραγουδιού, το φιλότιμο παρακινεί τον ρεμπέτη να αφήσει στην άκρη το μπουζούκι και να πάρει το ντουφέκι του για να πολεμήσει όπως πολεμάνε οι φίλοι του.
Την Νταίζη Σταυροπούλου, που η φωνή της μοιάζει πολύ όπως λένε με την φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, συνοδεύουν ο συνθέτης και ο Μανώλης Χιώτης.

Θα πάρω το ντουφέκι μου.

Καιρός πια το μπουζούκι μου στο πλάι να τ’ αφήσω,
να πάρω το ντουφέκι μου, να πά’ να πολεμήσω.

Δεν το βαστάω, σπλάχνο μου, να κάθομαι δω πέρα,
και τα παιδιά να πολεμούν κει πάνω νύχτα – μέρα.

Είμαι παιδί φιλότιμο και πάω να νικήσω,
τους φίλους να μην ντρέπομαι σαν θα ξανάρθω πίσω.

Θ’ αφήσω πια την πένα μου, θα πιάσω τη σκανδάλη,
να δείξω την αντρεία μου, καθώς και τόσοι άλλοι.

O ενθουσιασμός για τις νίκες των Ελλήνων στο αλβανικό μέτωπο και η σκωπτική διάθεση του ελληνικού λαού απέναντι στον Μουσολίνι αποτυπώνεται περίτεχνα στους στίχους του Δημήτρη Σέμση για το τραγούδι «Μας φέρθηκες μπαμπέσικα». Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1941 και το ερμηνεύει ο συνθέτης του Γιώργος Παπασιδέρης.

Μας φέρθηκες μπαμπέσικα.

Δυo χρόνια μας βασάνισες
με τη μπαγαποντιά σου
κι ο κόσμος πια απόρησε
την τόση μπαμπεσιά σου.

Μια με τούτο μια με τ’ άλλο
μας επάταγες τον κάλο,
ως που πια στις τρεις η ώρα
μας ερίχτηκες στα φόρα.

Μας φέρθηκες μπαμπέσικα
μα τώρα τα πληρώνεις
η λόγχη σε περίλαβε
και πια δεν την γλυτώνεις

Τι στραπάτσο και τι νίλα
σου κατάφερε η αρβύλα,
και η φούντα από πέρα
όλο σού’βαζε «αέρα».

Τι κι αν με τίτλους στόλισες
φρατέλο το στρατό σου
αιχμάλωτο στον πήραμε
και σκας απ’ το κακό σου.

Πάν’ οι λύκοι κι οι αλπίνοι
τους κρατάμε Μουσουλίνι
και γι’ αυτό σε δέρνει λάβρα
τράβα να φορέσεις μαύρα.

Την ίδια σκωπτική διάθεση και αποδέκτη πάλι τον Μουσολίνι έχει και το τελευταίο τραγούδι αυτού του αφιερώματος. Ο τίτλος του τραγουδιού είναι «Αποχαιρετισμός της Αλβανίας»  και είναι σύνθεση του Γιάννη Παπαϊωάννου. Το ακούμε από τον Απόστολο Χατζηχρήστο.

Αποχαιρετισμός της Αλβανίας.

Στον ύπνο σου την έβλεπες, Ντούτσε μου, την Ελλάδα
και νόμιζες πως θα την φας σαν τη μακαρονάδα
και νόμιζες πως θα την φας σαν τη μακαρονάδα.

Αλλά πριν πάρεις πηρουνιά και καταλάβεις γλύκα,
ευθύς τα ελληνόπουλα στην Αλβανία μπήκαν,
ευθύς τα ελληνόπουλα στην Αλβανία μπήκαν.

Σου πήρανε την Κορυτσά και τους Αγίους Σαράντα,
έτσ’ έχασες, Μπενίτο μου, το μπούσουλα για πάντα,
έτσ’ έχασες, Μπενίτο μου, το μπούσουλα για πάντα.

Βάζεις και βγάζεις στρατηγούς και βαριανεστάζεις,
το μόνο που σου συνιστώ, βάρκες να ετοιμάζεις,
το μόνο που σου συνιστώ, βάρκες να ετοιμάζεις.

Εδώ η σεμνή μας τελετή έλαβε τέλος. Ραντεβού του χρόνου, να παρελάσουμε και πάλι μαζί σε αλλιώτικους ρυθμούς.

24 σχόλια leave one →
  1. 24/10/2009 5:28 μμ

    Εξαιρετικό και φέτος🙂

    (να σου πω την αλήθεια, μόνο το τελευταίο τραγούδι είχα ακούσει)

    Και του χρόνου!

  2. 25/10/2009 12:00 πμ

    Πολύ ενδιαφέρον και το φετινό σου επετειακό αφιέρωμα. Thanks!

  3. 25/10/2009 1:07 πμ

    Γειά σου Αλλουφάνιε Μαρξ, ήρωα του ’40!!!

    …και του χρόνου!

  4. 25/10/2009 4:34 μμ

    ΘΕΟΣ!

    Ωραίος ρε!

    Άντε πάω να τα μελετήσω!

  5. 25/10/2009 11:27 μμ

    Συγχαρητήρια για το όμορφο επετειακό αφιέρωμα! Και του χρόνου ! Να είσαι καλά και πάντα να μας τα αναλύεις με μουσικές

  6. 26/10/2009 1:11 μμ

    Εξαιρετικό το αφιέρωμα. Και υπάρχει υλικό και για του χρόνου!
    Για να θυμόμαστε ότι το υψηλό φρόνημα δεν δημιουργήθηκε μόνο από τα ελαφρά τραγούδια και τις επιθεωρήσεις, αλλά και μέσα στις ταβέρνες και τα καφενεία…

  7. 26/10/2009 5:44 μμ

    Ωραίος, όπως συνήθως άλλωστε!

  8. 26/10/2009 10:53 μμ

    Μπράβο, μπράβο!

  9. 26/10/2009 11:47 μμ

    Χαίρομαι πολύ που άρεσε το ποστ κι ευχαριστώ για τα καλά λόγια (μόνο θεός; Ημίθεος λέμε… Ήρωας του’ 40; Ήρωας στα 40+ λέμε)
    Ευχαριστώ και όσους με λινκ και αναδημοσιεύσεις βοήθησαν να «ακουστεί» από πιο πολλούς το αφιέρωμα αυτό.
    Και του χρόνου!

  10. 03/11/2009 7:24 μμ

    Αψογο!!! Αψογο!!!

  11. 05/11/2009 4:26 μμ

    ΑFM, χαίρομαι που σε ξανασυναντώ.

    Πολύ καλή ανάρτηση, και με πληροφορίες,
    όπως πάντα.🙂

  12. 07/11/2009 9:22 πμ

    Πω πω ρε φίλε, μιλάμε για κανονική μελέτη. Εξαιρετική δουλειά. Η λαϊκή έκφραση για τους λαϊκούς προβληματισμούς.

  13. 17/11/2009 7:42 μμ

    ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΥΡΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

    Ένα κείμενο με τεράστιο ειδικό βάρος, όσον αφορά στον μουσικοχορευτικό πολιτισμό των Ελλήνων.
    Προτρέπω τους αναγνώστες που δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για θέματα τέτοιας φύσεως να εξαντλήσουν την υπομονή τους και να διαβάσουν την εργασία που ακολουθεί, διότι πρόκειται για μια προσέγγιση μοναδική, πρωτάκουστη και άκρως ενδιαφέρουσα.

    Του Γιώργου Μανιάτη

    Ομιλία στους Δελφούς, που εκφωνήθηκε σε Διεθνές Συνέδριο για την ελληνική μουσική – αρχαία βυζαντινή και σύγχρονη παραδοσιακή – του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών.

    ΠΡΟΟΙΜΙΟ

    Παρατηρήσαμε σημαντικό αριθμό ομοιοτήτων ανάμεσα στο ρεμπέτικο και στην αρχαία λυρική ποίηση. Θεωρήσαμε σκόπιμο να εκθέσουμε σε δημόσια κρίση τις παρατηρήσεις μας, παρ’ όλο που η συντριπτική τιμή να γινόμαστε λάλοι από ελληνικό έδαφος μας εκθέτει σε μεγάλη τρεμούλα και, αν δεν πετούσαμε λιγάκι, τα πόδια μας μόνα αμφιβάλλω αν θα μας βαστούσαν. Δεν απέσβετο το λάλον ύδωρ για να ομιλούμε εμείς.
    Για καλό και για κακό λοιπόν θα αναπτύξουμε φωνή εκ μέρους κι άλλων ανθρώπων, των μελών του «Ευρετηρίου» που από μερικά χρόνια ασκούνται στον ελληνισμό κατά το δυνατόν, δια της μουσικής και της ορχήσεως πρωτίστως, βασιζόμενοι στη θεωρία του Δάμωνος (μουσικολόγος σύμβουλος του Περικλή).
    Μέρος της συντροφιάς αυτής αποτελεί η λαϊκή ορχήστρα του Θεατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, που δημιουργήσαμε, κλιμάκιο της οποίας, αν είναι δυνατόν, θα κάνει να ηχήσουν εδώ μπροστά μας τα αρχαία όργανα που έχουμε αξιωθεί και με τα οποία ασκούμε τα μουσικοχορευτικά μας καθήκοντα. Τα όργανα έχουν κατασκευαστεί στους κόλπους μας. Συγκεκριμένα τα εποίησε τεχνίτης μας ουκ αδαής και εξέχων άνθρωπος του «Ευρετηρίου», ο παρών εδώ Πολύζος.
    Το «Ευρετήριο» δημιούργησε μέχρι στιγμής «εκατό ρεμπέτικα που δεν υπήρχαν» και διέψευσε την επίσημη – και ακατανόητη – άποψη της χώρας ότι το ρεμπέτικο έχει πεθάνει. (Αν σταματούσε το ρεμπέτικο θα σταματούσε η καρδιά μας).
    Το «Ευρετήριο» υποστήριξε ανέκαθεν ότι «επείγει ή να δημιουργήσουμε ή να πεθάνουμε». Παρόλο που διαδραμάτισε ρόλο στη διάδοση των ρεμπέτικων κομπανιών, το ίδιο διεκδίκησε ύπαρξη αποκλειστικά στη δημιουργία και επ’ ουδενί στην εκτέλεση τραγουδιών άλλης γενιάς. Καθώς στις βασικές προθέσεις του είναι να δημιουργήσει προφορική παράδοση εκ νέου, απαξιεί να δισκογραφήσει επί δεκατρία χρόνια τώρα.
    Ας μας επιτραπεί τέλος η σύντομη παρουσία μας εδώ να θεωρηθεί αφιερωμένη στον «άγνωστο Μεσσήνιο», έναν αγρότη που πριν λίγους μήνες στην Καλαμάτα – την πρώτη ελληνική πόλη που απελευθερώθηκε… – προσπάθησε να ορκιστεί, ως μάρτυς στο δικαστήριο, στην ελληνική του πίστη. Δεν του δόθηκε η χάρη, παρ’ ό,τι θα του επιτρεπόταν να ορκιστεί στην πίστη του είτε ήταν μωαμεθανός, είτε ήταν Εβραίος, είτε ο,τιδήποτε ήθελε είναι.
    Ας θεωρείται ακόμη ότι αυτά τα λόγια που ασφαλώς σκοντάφτουν αδέξια, χωρίς να είναι και αριστερά, προφέρονται αντί σιωπής.

    ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

    Ενώ οι κλασικοί φιλόλογοι συμφωνούν ότι η αρχαία ελληνική λυρική ποίηση είναι κυρίως ποίηση του «θυμού», ο μελετητής του ρεμπέτικου Ηλίας Πετρόπουλος διαπιστώνει ότι «τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς».

    «Δεν αγαπώ κανένανε»
    λέει ένα απ’ αυτά τα εγκάρδια τραγούδια (Τσιτσάνης, 1957). Και ομολογουμένως, χωρίς καρδιά δε φτάνουν σε διατύπωση τα ασήκωτα:

    «Είν’ ευτυχής ο άνθρωπος
    που αγάπη δεν γνωρίζει»
    εξηγεί ένα άλλο ρεμπέτικο (Τούντας, 1939). Και διευκρινίζει του λόγους:
    «δεν έχει χίλιους δυο καημούς
    δεν τονε δέρνει ο πόνος
    κι αν είναι πλούσιος ή φτωχός
    αυτός το ξέρει μόνος»

    Είναι αλήθεια ότι δεν γράφουμε τραγούδια διότι αγαπάμε. Η Σαπφώ το μαρτυρεί πρώτη απ’ όλους, όταν τραγουδάει:
    «και μη ζητάς τραγούδι να ταιριάξω,
    γιατί το στόμα μου κρατάει κλειστό ο πόθος,
    ο άτιμος στον κόσμο μας,
    κι η Αφροδίτη που λυγάει τις καρδιές»

    Αυτούς που αγαπιούνται το ρεμπέτικο δεν τους εκτιμάει ανεπιφύλακτα. Μια πρόσφατη επίδοση του είδους περιγράφει την κατάληξη του ευτυχούς ζευγαρώματος – το γάμο – αρκετά αδιάκριτα:
    «Δίποδα παν’ στην εκκλησιά
    δίποδα προσκυνάνε
    και ώσπου να στεφανωθούν
    τετράποδα γυρνάνε»
    («Ευρετήριο», 1985).

    Δεν γράφουμε τραγούδια διότι αγαπάμε, αλλά διότι έχουμε αγαπήσει. Το πάθος συνδυάζεται την απόσταση:
    «όποιος δεν έχασε όνειρο
    ποτέ δεν θα ξυπνήσει
    το φως περνάει αν μια ψυχή
    το πάει για να ραΐσει»
    («Ευρετήριο», 1984)

    Όσοι έχουν αγαπήσει είναι αυτοί που κάψανε την καρδιά τους για να την αποκτήσουν. Υπάρχει και άλλο είδος ανθρώπου, τονίζει το ρεμπέτικο, και απαντάται ακόμα – όπου υπάρχουν μάγκες:
    «οι μάγκες έχουνε καρδιά
    (και για μι’ αγάπη κλαίνε)»
    λέει ο Μητσάκης σε ανάποδο ζεϊμπέκικο (1965). Ενώ ένα χασάπικο του Χάρμα (1947) καταθέτει:
    «κανείς δεν έχει την ψυχή
    και την καρδιά του μάγκα»

    «έβγαλα στη ψυχή καρδιά»
    βεβαιώνει άσμα του «Ευρετηρίου», (1970).

    Και ο Μάρκος βαμβακάρης (1936):
    «μια φούντωση μια φλόγα
    έχω μέσα στην καρδιά»
    ομολογεί. Και ακόμη» (1940):
    «κάθε βραδάκι μια φωτιά
    στο στήθος μου φουντώνει»
    ενώ κατά τον ίδιο, στο κλασικό του (1938), και οι κουτσαβάκηδες
    «που ζούνε στο κουρμπέτι
    κι αυτοί μεσ’ στην καρδούλα τους
    έχουν μεγάλο ντέρτι»

    Το κλασικότερο παραπέμπει στον Τσιτσάνη (1948):
    «συννεφιασμένη Κυριακή
    μοιάζεις με την καρδιά μου»

    Ο κατά πολύ αρμόδιος Χατζηχρήστος μας δίνει τον εξής μονόλογο (1938;):
    «ποια λύπη σε βαραίνει
    βαρειά κι αφόρητη
    καρδιά παραπονιάρα
    κι απαρηγόρητη»

    «όσο βαρειά ειν’ τα σίδερα
    είν’ η καρδιά μου σήμερα»
    λέει ο Μητσάκης στα 1947 (;), και ο Τζουανάκος – αλλά οι στίχοι είναι του Γκούμα – ολοκληρώνει:
    «σταλαγματιά σταλαγματιά
    στάζ’ η καρδιά μου αίμα»

    Το ρεμπέτικο σφύζει από καρδιά – και από φαρμάκι.
    «ξεχείλισαν τα σπλάχνα μου»
    θυμάμαι να λέει ένα ρεμπέτικο. Και ακριβώς συμπληρώνει:
    «απ’ το πολύ φαρμάκι»

    Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΡΔΙΑ
    (Συγκρίσεις)

    Ο πρώτος που απόκτησε την καρδιά του – που τη θυμήθηκε πως υπάρχει, σα να σκόνταψε σ’ αυτήν, και της τραγούδησε της ίδιας – ήταν βέβαια ο Αρχίλοχος, στα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα, όταν τόσο απερίφραστα και, ας το παραδεχτούμε, σπαραχτικά, αλλά λυτρωτικό για όλη την ποίηση τρόπο, της απευθύνεται και της λέει:
    «ψυχή, ψυχή μου, που δέρνεσαι
    στα στενά και χτυπιέσαι, στυλώσου…»

    Η Σαπφώ πάλι, στο τέλος του ίδιου αιώνα, οδύρεται:
    «τι περισσότερο ζητάει να γίνει
    η τρελή ψυχή μου;»

    και πάλι η ίδια:
    «σκίζεται η καρδιά μου
    στα στήθια μου»

    κι ακόμα:
    «ψυχούλα μου άλλο μη μιλάς»

    Τον στρατηγό του βέβαια ο Αρχίλοχος τον θέλει να είναι:
    «καρδίης έμπλεως»
    κι «ας είναι και μικρόσωμος, ας είναι και στραβοκάνης» – κάτι οξύτατα αντιομηρικό. Ο ίδιος ποιητής λέει αυτοπαρατηρούμενος:
    «αξιολύπητος, είμαι βουτηγμένος
    στον πόθο, άψυχος,
    με τα κόκκαλά μου
    να τα περνά θεομηνία»

    και πάντα ο Αρχίλοχος:
    «τέτοια λαχτάρα ερωτική
    αναδεύτηκε στην καρδιά μου
    κι έχυσε ομίχλη πάνω στα μάτια μου
    κλέβοντας απ’ τα στήθη μου
    τις απαλές μου φρένες»

    Ο Χατζηχρήστος τραγουδάει σχετικά (1947;):
    «τα πάντα ομίχλη σκέπασε
    δε βλέπω να βαδίσω
    χωρίς εσένα χάνομαι
    πώς να σ’ ακολουθήσω»

    Ο Ανακρέων λέει:
    «εσύ κρατάς τα γκέμια της ψυχής μου»

    και ο Χατζηχρήστος, στο προηγούμενο:
    «κυβέρνησε εσύ τα βήματά μου»

    «φωτιά μου ανάβεις»
    λέει ένα απόσπασμα της Σαπφούς

    «μούχεις ανάψει μια φωτιά»
    λέει κατά λέξη κι ο Μάρκος στα 1937 (;)

    «τεθνάκην θέλω»
    τραγουδάει πάνω σ’ έναν χωρισμό η Σαπφώ.

    «θέλω να πεθάνω
    για να μην πονώ»
    λέει ακριβώς και το ρεμπέτικο του καιρού μας.

    Άλλο ποίημα της Σαπφούς:
    «είδα στ’ όνειρό μου τον Ερμή
    και του είπα: Άνακτα, πώς χάθηκε η ζωή μου
    και δεν γελώ, δε χαίρομαι, μήτε τα πλούτη θέλω
    μα πόθος με κατέχει να πεθάνω
    και να δω τις όχθες του Αχέροντα
    σκεπασμένες με λωτούς και δροσοστάλες…»

    και ο Μάρκος, μόλις το 1960 (;):
    «τι πάθος ατελείωτο
    που είναι το δικό μου
    όλοι να θέλουν τη ζωή
    κι εγώ το θάνατό μου

    όσο ’ναι η νύχτα σκοτεινή
    έτσ’ είναι κι η καρδιά μου
    και σαν τη σιγανή βροχή
    τρέχουν τα δάκρυά μου

    θα πα’ να εύρω μια σπηλιά
    με πέτρες και με χώμα
    κι εκεί θ’ αφήσω κόκκαλα
    ζωή ψυχή και σώμα»

    «απελπίστηκα μανούλα μου…
    το χάρο να προσμένω»
    λέει στο ρεφραίν. Ο Μάρκος δεν έχει Αχέροντα, και γι’ αυτό θα πάει να βρει σπηλιά. Επίσης δεν έχει Ερμή. Γι’ αυτό απευθύνεται στη «μανούλα».

    «έρος δ’ ετίναξέ μοι φρένας
    ως άνεμος κατ’ όρος δρύσιν εμπετών», δηλαδή
    «όπως ο άνεμος που χιμά στις βελανιδιές πάνω στο βουνό
    ο έρωτας μου τίναξε τα μυαλά»
    λέει η Σαπφώ. Και το ρεμπέτικο του «Ευρετηρίου» (1970):
    «’πως στην καλύτερη καρδιά
    φυτεύουμε μια σφαίρα
    σε φύτεψα και τίναξα
    το νου μου στον αέρα»

    Στον Αρχίλοχο που καμένος από προδομένο έρωτα επαινεί τη γυναίκα που δεν είναι
    «ούτ’ άπιστος ούτε διπλόη», δηλαδή διπρόσωπη, ο Χατζηχρήστος (1939), σα να συμπαρίσταται, απευθύνει το:
    «μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη
    μη μου μιλάς με μάσκα»

    Ο Αρχίλοχος πάλι:
    «τη Νεοβούλη ας τη χαρεί όποιος άντρας θέλει,
    την παραγινωμένη. Βράστην!
    Τ’ άνθος της παρθενιάς της πάει,
    μαδήθηκε, κι η πρώτη χάρη που τη έσκεπε…
    Μ’ από παλιά εσένα πολύ σε ήθελα
    γιατ’ είσαι πιστή και δεν είσαι διπρόσωπη»

    κι ο Μάρκος τραγουδάει (1937;):
    «δε σε θέλω πια δεν είσ’ ωραία
    γέρασες και πια δεν σ’ αγαπώ
    αγάπησα καλύτερη και νέα
    και με τ’ αγνά της τα φιλιά βραδιές μεθώ»

    Στο καλλιπρόσωπο παιδί που ασωτεύει κρυφά, ο Ανακρέων τραγουδάει το εξής:
    «η μάνα σου νομίζει ότι σε κρατά σιμά της
    στο σπίτι και σ’ ανασταίνει
    αλλά εσύ (γυρίζεις) στους αγρούς με τους υάκινθους…»

    Και ο Μάρκος (1936), με τη φιλαλήθειά του, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών:
    «»μ’ έστελνε η μανούλα μου
    σχολειό για να πηγαίνω
    κι εγώ τραβούσα στο βουνό
    με μάγκες να φουμέρνω»

    [ Αφού αναφέρει σχεδόν άλλα τόσα παραδείγματα ο Γ. Μανιάτης συνεχίζει]

    Δεν σώνονται τα παραδείγματα γι’ αυτό ας εξετάσουμε λίγο πώς είναι δυνατή αυτή η συγγένεια που μερικές φορές φτάνει να θυμίζει παπαγαλία. Και πρώτα-πρώτα πώς τυποποιούνται κάπως οι ομοιότητες.
    Αλλά προηγουμένως ας επισημάνουμε κάτι ακόμα. Η απορία δεν μας έρχεται από το καθαρά μουσικό μέρος. δεν απορούμε καθόλου αν οι ίδιοι τόποι που ήταν στην αρχαιότητα φημισμένοι για τις μουσικές τους επιδόσεις, όπως η Κρήτη και η Λέσβος, είναι και σήμερα. Ούτε αν χρησιμοποιούμε στο καχεκτικό μας παρόν κλίμακες, συστήματα και ρυθμούς της αρχαίας Ελλάδος. Γιατί αυτά τα στοιχεία εξυπηρετούν κάθε βάθος λόγου και λόγος μεταβολής τους είναι πολύ δύσκολο να εγερθεί.
    Απορούμε πώς σήμερα, μετά από δυόμισυ και πλέον χιλιάδες χρόνια (απλοί αχθοφόροι του βαρύτιμου ονόματος) ερχόμαστε στα λόγια των Ελλήνων και νοιώθουμε ατομικά όπως κι εκείνοι.

    Οι Έλληνες άρχισαν από την αρχή πολλές φορές. Η πρώτη ήταν ασφαλώς όταν θεώρησαν ανεπαρκή για τις εκφραστικές ανάγκες της ελληνικής γλώσσας τη συμφωνική γραφή και επινόησαν το αλφάβητο. Ένα τέλειο σύστημα απόδοσης της ομιλίας που παραμένει διεθνώς ακόμη σήμερα αδιάσειστο. Αυτό το γεγονός (τα «αλεξίλογα γράμματα» ή «φάρμακα της μνήμης», κατά τις σχετικές αρχαίες ρήσεις), δημιούργησαν την ελληνική λογοτεχνία. Αυτό δηλαδή συνέβη όταν οι Έλληνες έγραψαν όπως μιλούσαν, αφού εμφύσησαν στη γραφή πνοή, ζωή, ενώ εκείνη έβαζε τη δυνατότητα της διαιώνισης. Έτσι έγινε το ομηρικό έπος.

    Άλλη αρχή είναι η λυρική επανάσταση. Η χειραφέτηση από το ομηρικό έπος προς χάριν της ανάδυσης της προσωπικής ψυχής, που επιβάλλεται με τον Αρχίλοχο και τους λοιπούς ποιητές του 7ου και 6ου αιώνα κι είναι σχολείο του ανθρώπου.

    Τρίτη αρχή είναι το συμμάζεμα του λυρισμού σε μια πολιτική (της πόλεως) ποίηση ιδιαίτερα οργανωμένη, που διδάσκει τον εξελληνισμό του χρόνου και συνιστά σχολείο για πολίτες. Είναι η τραγική ποίηση.

    Τέταρτη αρχή είναι η έλευση του κλασικού ανθρώπου, παραδειγματικού μέσα στην πόλη (που δεν περιμένει να είναι ενάρετος ο νόμος, αλλά επιδιώκει να είναι ενάρετος ο ίδιος), όπως ο Σωκράτης, ο Περικλής, ή η αποτυχημένη περίπτωση, ο Αλκιβιάδης.

    Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε χωρίς την ελληνική μουσική. Και χωρίς τον ελληνικό μύθο. Οι αναβαθμοί της ελληνικής παρουσίας δεν είναι απλή και ενιαία πολιτισμική συσσώρευση ώστε ν’ αποτελούν έναν κάποιο πολιτισμό, αλλά διαδοχικοί ορίζοντες της επίγνωσης που ο καθένας τους αναδεικνύει ξεχωριστή και ιδιαίτερη ψυχική ζωή, και γι’ αυτό συνιστούν Ιστορία – κάτι πολύ διαφορετικό. Οι ορίζοντες εκείνοι προέκυψαν γιατί η παράδοση: μουσική, μύθος, γλώσσα, τρώθηκε και αναστατώθηκε από τις μεγάλες μορφές με τις οποίες εκδηλώθηκε η αξίωση για νέα κάθε φορά ψυχική ζωή.
    Η ελληνική χρήση της μουσικής, του λόγου και του μύθου, είναι να τα αναμοχλεύει κανείς – δεν είναι να τα ασπάζεται. Όταν οι άνθρωποι σέβονται την παράδοση έχουμε σπουδαία παράδοση. Όταν η παράδοση αναγκάζεται να σεβαστεί τους ανθρώπους έχουμε σπουδαίους ανθρώπους.
    Αυτό δεν είναι εναντίον της έννοιας της παραδόσεως. Ο Αρχίλοχος εξευτέλισε αρχαία και ιερή παράδοση. Η παράδοση όμως τον τίμησε κάνοντας να τον μιμούνται ως και στα ρωμαϊκά χρόνια, Έλληνες και Ρωμαίοι.
    Υπάρχει λοιπόν μια παράδοση που τηρούμε και μια παράδοση που δημιουργούμε. Μια που μας παραδίδεται και μια που την παραδίδουμε. Οι λαοί μπορούν να αποφασίσουν ποια από τις δύο προτιμούν, ανάλογα με το «αν είναι στον καιρό τους», που λέει και το ρεμπέτικο άσμα.

    ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ

    Εξετάζουμε το φαινόμενο της έλευσης της λυρικής ποίησης και το νεοελληνικό του αντίστοιχο, την έλευση του ρεμπέτικου.
    Όπως πολλοί από τους κορυφαίους των λυρικών, ιδιαίτερα ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ, επινόησαν και οπωσδήποτε υιοθέτησαν από την λαϊκή παράδοση μέτρα «ανόμοια», «ασυνάρτητα», και «κουτσά», που ασφαλώς μας φέρνουν σε ορισμένους χορούς του Αιγαίου, πανελλήνιους σήμερα, έτσι και οι ρεμπέτες προτίμησαν τους επιζώντες πολύπλοκους αυτούς ρυθμούς που εκφράζουν και αναδεικνύουν την ατομικότητα και μάλιστα – στην περίπτωση των πέντε ειδών του ζεϊμπέκικου – τη μοναδικότητα του κάθε ορχηστή, ακόμη και του κάθε ακροατή.
    Όπως είναι εύλογο σ’ οιονδήποτε ασκήθηκε ποτέ στην εκ του σύνεγγυς σώμα με σώμα αναμέτρηση – από τον έρωτα ως την ξιφασκία – οι αιφνιδιαστικοί εκείνοι ρυθμοί πρέπει να προέκυψαν στην αρχαιότητα από την οπλομαχία. Οι Έλληνες συνέδεαν τον πόλεμο με την όρχηση και ο Αθήναιος μαρτυρεί ότι οι καλύτεροι στη μάχη είναι οι καλύτεροι στους χορούς. Να όμως που και σήμερα ο Ζεϊμπέκικος παρελήφθη – αν αληθεύει – από τους οπλομάχους ζεϊμπέκηδες.
    Όπως ο λυρικός έτσι και ο ρεμπέτης δεν μιλούν για ήρωες, αλλά είναι ήρωες οι ίδιοι. Αντικείμενο του τραγουδιού τους είναι κυρίως οι ίδιες τους οι προσωπικότητες – αντίθετα απ’ ό,τι στο έπος και στο δημοτικό τραγούδι.
    Όλοι οι χαρακτηρισμοί που αποδίδουν στους λυρικούς ποιητές οι κλασικοί φιλόλογοι ταιριάζουν και στους ρεμπέτες. Αντιγράφω μερικούς, ιδιαίτερα απ’ τον Bowra και τον Lesky: «(κάνουν) πολεμική με το τραγούδι». «Έντονη περιφρόνηση προς την παράδοση» (ακόμη και ο Πίνδαρος ζητάει το κρασί να είναι παλιό, μα τα τραγούδια νέα). «Επιθυμία να υποτιμήσουν κληρονομημένες πεποιθήσεις». «Αναφορά σε όλα όσα τους καίνε την καρδιά, σε όλα όσα αναδεύουν τη χαρά και την οργή τους». «Εκμετάλλευση της δυναμικότητας του λαϊκού λόγου ως φορέα της ποίησης». Καταδίκη της απιστίας, της προδοσίας, της ατιμίας, της επιορκίας «με τα χειρότερα λόγια». Κατάρες, παράπονα προς θεούς, κακογλωσσιά. «Πολυάριθμες μικρασιατικές λέξεις» (Ιππώναξ). «Μια ένταση αισθήματος ανεβασμένη στο έπακρο». «Συνεχής αναφορά στο προσωπικό αίσθημα». Φιλαλήθεια, παρωδίες, ψόγους, ύβρεις κατά εχθρών και φίλων. Πάθος, μίσος, καημό, λαχτάρα, πόθο, συγκίνηση. Είναι πραγματικά το ρεπερτόριο του ρεμπέτικου.
    Όπως πολλοί από τους λυρικούς υπήρξαν χθαμαλής καταγωγής ή ξεπεσμένοι ή εξόριστοι ή μετανάστες ή ζούσαν στο περιθώριο και στη φτώχεια, το ίδιο και οι ρεμπέτες.
    Όπως η λυρική ποίηση δημιουργήθηκε σε εποχή μεγάλων μετακινήσεων και αναμίξεων πληθυσμών, έτσι και το ρεμπέτικο.
    Όπως οι λυρικοί άντλησαν από το λαϊκό ανώνυμο και ανεπίσημο τραγούδι, όχι μόνο μέτρα όπως τον ίαμβο, αλλά και θέματα, έτσι έκαμαν και οι ρεμπέτες. Και όπως οι πρώτοι εξαφάνισαν το λαϊκό τραγούδι, έτσι το εκμηδένισαν και οι ρεμπέτες.
    Όπως η λυρική ποίηση ήταν κυρίως μια ποίηση που χορευόταν, έτσι και το ρεμπέτικο.
    Όπως στους λυρικούς η μουσική και ο λόγος ήταν αδιαίρετα και ποιούνταν από το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, έτσι και στο ρεμπέτικο, που με το πρόσθετο στοιχείο ότι τα άσματα εκτελούνται κυρίως από τους δημιουργούς τους, έχουμε παραγωγή τόσο πυκνού και τέλειου νοήματος.
    Όπως το ρεμπέτικο έτσι και ορισμένοι κορυφαίοι λυρικοί ποιητές απορρίφθηκαν και καταδικάστηκαν και διασύρθηκαν λυσσαλέα από την λογιοσύνη και την αριστοκρατική αντίληψη ( ο Αρχίλοχος από τον Ηράκλειτο, τον Πίνδαρο, τον Κριτία, τους Σπαρτιάτες).
    Όπως στους λυρικούς ποιητές έτσι και στο ρεμπέτικο η «κατακραυγή του κόσμου», όπως λέει ο Μάρκος (και ο Αρχίλοχος), «δεν μπόρεσε να μειώσει τη φήμη του στους μεταγενέστερους». (Και αυτό είναι μια φράση του Lesky που αναφέρεται στον Αρχίλοχο).
    Τόσο ο λυρικός όσο και ο ρεμπέτης κατατρύχονται από «αμηχανία», που είναι βασική έννοια στους λυρικούς, αλλά και στους ρεμπέτες. Ο λυρικός, καθώς είπαμε, έχει σχετικό καταφύγιο τους θεούς . ο ρεμπέτης μη έχοντας θεούς – αυτή είναι η βασική διαφορά μαζί με την ανυπαρξία πόλεως, με την αρχαία έννοια – καταφεύγει στο μυστηριώδες πρόσωπο της «μανούλας». Η «μάνα» στο ρεμπέτικο μπαίνει στη θέση του θεού του λυρικού ποιητή, που λείπει.
    Τόσο η λυρική ποίηση όσο και το ρεμπέτικο είναι ιδρυτικές τέχνες. Και η μια και η άλλη περιφρονούν την παράδοση, αλλά δεν περιφρονούν να την αντικαταστήσουν, να αποτελέσουν παράδοση οι ίδιες. Όπως και έγινε.
    Και οι δυο μορφές έκφρασης δεν αρκούνται στο λόγο τους αλλά προχωρούν σε ακραίες επιδόσεις στο μουσικό, ρυθμικό και χορευτικό τομέα.
    Όπως στη λυρική ποίηση έτσι και στο ρεμπέτικο έχουμε ποικίλες αναφορές στους ήρωες της Ιλιάδος και της Οδύσσειας ενώ καμμιά τέτοια αναφορά και μάλιστα καμμιά αναφορά στην αρχαιότητα δεν απαντάται, όσο ξέρουμε, στο δημοτικό τραγούδι.
    Όπως στους λυρικούς έτσι και στους ρεμπέτες περιφρονείται το χωριάτικο.
    Και οι δύο μορφές έκφρασης προετοιμάζουν θέατρο.
    Και οι δύο μορφές δημιουργήθηκαν όχι σε αντίθεση με εχθρούς της πατρίδας, αλλά σε αντίθεση με το ανθρώπινο περιβάλλον. (Το κλέφτικο τραγούδι έγινε σε αντίθεση με την Τουρκοκρατία. Το ρεμπέτικο έγινε σε αντίθεση με την ανεξαρτησία και στην πραγματικότητα θέλει να πει ότι το μόνο υπαρκτό Εικοσιένα είναι το ρεμπέτικο. Εκθύμως συμπληρώνουμε: και ο Καβάφης).
    Όπως η λυρική ποίηση προετοίμασε την έλευση (τη γέννηση μπορούμε να πούμε) της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα, το ίδιο και το ρεμπέτικο εκδηλώθηκε κλιμακωτά στο βαθμό που η δημοκρατία στη νέα Ελλάδα γινόταν αξίωση, και βοήθησε στη διατύπωσή της.
    Βέβαια ούτε όλη η λυρική ποίηση έχει κάποιο «ρεμπέτικο» χαρακτήρα, ούτε όλο το ρεμπέτικο είναι γνήσιο. Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι το 51% της αξίας του ρεμπέτικου, όταν κάνουμε λόγο καθ’ οιονδήποτε τρόπο γι’ αυτό, είναι απόν, γιατί βρίσκεται στη μουσική, στην εκτέλεση και στο χορό που το συνοδεύει. Αν αυτή η σελίδα περιείχε ένα οργανικό ρεμπέτικο θα ήταν κενή. Το ίδιο συμβαίνει με τη λυρική ποίηση και μάλιστα δεν συμφωνούμε ότι δεν είχαν πολύπλοκο και «ετερόφωνο» παίξιμο στα τραγούδια τους οι Έλληνες. Διότι δεν θα καθόταν ολόκληρος Πίνδαρος να επαίρεται για τη μουσική πλευρά του έργου του αν αυτή συνίστατο στο να ακολουθεί νότα προς νότα το ύψος της φωνής.

    ΑΠ’ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ ΒΓΑΛΜΕΝΟ

    Το ρεμπέτικο είναι ανάλογο της αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης στη σημερινή Ελλάδα και μια μοναδική επίδοση που μας επιτρέπει να μιλάμε για ελληνική ανεξαρτησία, από τον καιρό της υποταγής στους Ρωμαίους. Παρακαλούμε οιονδήποτε να μας πει σε ποιον άλλο τομέα είναι η χώρα αυτή ανεξάρτητη και μάλιστα ελληνική. Δεν αποτελεί συνέχεια κανενός παραδοσιακού είδους και είναι – όπως μόνο ο Καβάφης από τη λογιοσύνη – κυριολεκτικά «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένο».
    Ο Ρήγας Φερραίος μπορούσε να είναι ο πρόδρομος του είδους, κατά τον τρόπο που στην αρχαιότητα υπήρξε ο Καλλίνος. Αλλά δεν μπορεί να κωπηλατεί κανείς στον αέρα.
    Παρατηρούμε ότι η συνδυασμένη ακρόαση της αρχαίας ελληνικής ποίησης και του ρεμπέτικου επιτρέπει στο ένα να φωτίσει το άλλο και να μας αποδώσει πιο ευήκοον ους.
    Τα αίτια της ανάπτυξης των δυο παρεμφερών εκφράσεων βρίσκονται στην αυθαιρεσία – κατά την αρχαία εποχή των τυράννων, και κατά τη νέα του είδους της ανεξαρτησίας που είχαν πετύχει οι Έλληνες. Ας το επαναλάβουμε: όπως τι κλέφτικο τραγούδι έγινε σε αντίθεση προς την Τουρκοκρατία, το ρεμπέτικο έγινε σε αντίθεση προς την ανεξαρτησία. Προέκυψε δηλαδή γιατί επήλθε μια απελευθέρωση του χώματος, των φυτών και των ζώων – και κανενός άλλου, όπως καταφαίνεται, ύστερα από 165 χρόνια ανεξαρτησίας, στο μεσσηνιακό περιστατικό που σας γνωρίσαμε.
    Επειδή ωστόσο, διάσπαρτοι μέσα στον πληθυσμό, υπήρχαν άνθρωποι έτοιμοι και για ψυχική απελευθέρωση, δημιουργήθηκε ένας αριθμός από περιττούς ανθρώπους, που συνήθως μπάζωσαν τις φυλακές του απελευθερωμένου χώματος, όπως πριν αμέτρητοι φιλέλληνες.
    Οι περιττοί αυτοί άνθρωποι επέτυχαν απογόνους και από γενιά σε γενιά δημιουργήθηκε ένας παραπληθυσμός, που δεν έτρεφε βέβαια ένοχες σχέσεις με την ανεξαρτησία. Η ανεξαρτησία άλλωστε δεν πρόσφερε κανένα αληθινό σχέδιο. Και όταν δεν έχει σχέδια το δέντρο, τι να σου κάνουν και τα φύλλα.
    Ποικίλες μετακινήσεις στρατευμάτων και πλήθους ανθρώπων πύκνωσαν τις τάξεις του παραπληθυσμού, που πύκνωσε ορισμένα κέντρα δημιουργώντας πόλεις υπεράριθμες και ψευδεπίγραφες. Οι μικρές αυτές Βαβυλώνες και η ψυχολογία των ετερόκλιτων στοιχείων που τις απάρτιζαν δεν μπορούσαν να συνέχονται από καμμιά από τις παραδόσεις που ασφυκτιούσαν, φερμένες από ποικίλους τόπους, ξένες προς τη νέα «μεγαλούπολη», ξένες και μεταξύ τους στο ίδιο τσουβάλι.
    Εμείς που έχουμε τριβή με τον Δάμωνα και τη θεωρία του γνωρίζουμε ότι ελληνική πολιτική με ξένη μουσική – ή, πάλι, με τοπική μουσική – δε θα γίνει ποτέ. Ο Βενιζέλος τραγουδούσε και χόρευε κρητικά. Δεν είχε καμμιά μουσική να συσπειρώσει τον πληθυσμό και να τον κάνει λαό.
    Βέβαια εδώ μιλάμε για το πρόσφορο έδαφος που μπορούσαν να βρουν πρόχειρα οι ρεμπέτες και το ρεμπέτικο για να ριζώσουν αν εμφανίζονταν, κι όχι για την εμφάνισή του. αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό και θέλει κόπους και τη χημεία του. Κατ’ ευθείαν μέσα απ’ την εξαθλίωση βγαίνουν χαφιέδες και χασικλήδες, δε βγαίνουν ρεμπέτες. Ακόμη και ο Μάρκος ρεμπετοποιήθηκε κάποτε, αλλά προηγουμένως είχε δοκιμάσει να ενταχθεί στην κοινωνία ασκώντας τα μικροαστικά του δικαιώματα (κατά το δυνατόν γιατί παιδιόθεν ετρέκλιζε), δουλεύοντας δεξιά – αριστερά, ερχόμενος σε γάμο, αθώος κατ’ αρχήν. Ο ρεμπέτης δεν είναι χαμάλης. Το ρεμπετλίκι προϋποθέτει θυσιασμένη αθωότητα. Ένα βαρύ πλήγμα έκανε το Μάρκο ρεμπέτη, επειδή αυτός εσωτερικοποίησε.

    Ο ΡΕΜΠΕΤΗΣ

    Οι ρεμπέτες είναι άνθρωποι της Δευτέρας Παρουσίας. Οι περισσότεροι, και μάλλον όλοι, οι τύποι ανθρώπων γεννιούνται. Οι ρεμπέτες όχι, αλλά γίνονται, χωρίς να το περιμένουν, περίπου όπως ο Σαύλος, έγινε Παύλος. Γίνονται από μια βιδωσιά που παίρνει η ψυχή τους, μια στροφή, από μια αιφνίδια και ασφαλώς επώδυνη προαγωγή της επίγνωσης.
    Οι ρεμπέτες είναι άνθρωποι επιτυχημένοι στον τομέα της κατάπτωσης. Οι παρά τρίχα γλιτώσαντες. Ίσως πιο ευσύνοπτα απ’ όλους περιγράφει την επίμαχη μεταβολή ο Βιζυηνός όταν λέει εκείνο το :
    «άλλαξε εντός μου ο ρυθμός του κόσμου»
    Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο πράγμα. Ο Βιζυηνός δεν το άντεξε. Τα δυο αδέρφια του Μάρκου δεν το άντεξαν. Ο ίδιος γλίτωσε χάρη στο μπουζούκι, όπως εξομολογείται. Ένας τρόφιμος του φρενοκομείου που στέγασε και τον Βιζυηνό, όταν μια μέρα παίζαμε στους αρώστους, αναφώνησε:
    «Το μπουζούκι είν’ ο γιατρός».
    Μα και ο Πλάτων, όταν ερωτήθηκε γιατί συνήθιζε να κιθαρίζει, «πραΰνομαι» είπε.
    Ο ρεμπέτης είναι για τους άλλους αξιολύπητος – και μπορεί να βρει κανείς στο σύντομο βιβλίο του κ. Baud-Bovy μια περίπτωση τέτοιας λύπησης για ρεμπέτη. Αλλά πόσο αξιολύπητοι είναι οι άλλοι γι’ αυτόν, δεν μας το αναφέρουν. Λοιπόν είναι αβίωτα αξιολύπητοι. Είναι μάλιστα κορόιδα. Ροχαλίζουν. Ο ίδιος είχε υπάρξει κάτι τέτοιο και την έχει κι αυτή τη γνώση. Αλλά έχει και τη γνώση πραγμάτων που μόνο ένας-ένας μαθαίνουμε και δε διδάσκεται καθόλου. Τη γνώση της αυτανακάλυψης –τη λυρική γνώση.

    ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

    Ας επαναλάβουμε τούτο: Το ρεμπέτικο είναι το ανάλογο της αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης στη σημερινή Ελλάδα και μια μοναδική επίδοση του πληθυσμού της που μας επιτρέπει να μιλάμε για «Ελληνικό λαό». Πράγματι οι τεράστιες συνειδητές προσπάθειες να αναπτύξουμε στην Ελλάδα «εθνική μουσική σχολή» παράλληλα με τις άλλες χώρες της Ευρώπης από τον 19ο αιώνα και εντεύθεν δεν τελεσφόρησαν όσο η λαϊκή μουσική ετοιμότητα απέναντι στις προκλήσεις που έτυχε η ελληνική κοινωνία, με τη δημιουργία του ρεμπέτικου.
    Με το δημοτικό τραγούδι δεν είναι το ίδιο. Το δημοτικό δεν είναι ελληνικό με την πλήρη έννοια. Ηπειρώτικα δεν χορεύουν οι Ηπειρώτες διότι είναι Έλληνες αλλά διότι είναι Ηπειρώτες. Αυτό αποδεικνύεται εύκολα αφού ηπειρώτικα δε χορεύουν μόνο οι Έλληνες Ηπειρώτες αλλά και άλλων εθνών Ηπειρώτες. Ας το πούμε και απ’ την ανάποδη: λοιπόν, οι Ηπειρώτες τους ηπειρώτικους χορούς δεν τους χορεύουν διότι είναι ελληνικοί, αλλά διότι είναι ηπειρώτικοι. Το δημοτικό λοιπόν δεν είναι ελληνικό πλήρως διότι είναι τοπικό, διότι δεν έγινε με την πρόθεση να είναι τίποτε άλλο, και διότι το μοιραζόμαστε και με άλλους λαούς.
    Το μόνο ελληνικό τραγούδι με την πλήρη έννοια είναι το ρεμπέτικο. Πρώτον, διότι είναι πανελλήνιο, δεύτερο, διότι είναι αποκλειστικά ελληνικό και τρίτο, διότι δημιουργήθηκε για να καλύψει εθνική ανάγκη (την ανάγκη να υπάρχει ελληνική ψυχή, ελληνικός χαρακτήρας).
    Και είναι ακατανόητο να τοποθετούν τη δημιουργία του (ορισμένοι) στα παράλια της σημερινής Τουρκίας, από όπου δήθεν μεταδόθηκε – σα να ήταν μεταδοτικό – στον σημερινό ελλαδικό χώρο και όπου αλλού υπάρχουν Έλληνες, με τους πρόσφυγες. Αν αυτό αληθεύει ρεμπέτικο θα είχε και η Τουρκία. Εκτός αν υποθέσει κανείς ότι για κάποιους λόγους ασυναρτησίας, των κοινωνικών φαινομένων (αλλά πρόκειται για ασυναρτησία στη σκέψη), όλα ανεξαιρέτως τα ρεμπέτικα της Σμύρνης μπήκαν κι αυτά στο πλοίο και σάλπαραν για την Ελλάδα χωρίς ούτε ένα για δείγμα να μείνει στην όχθη αυτή του Αιγαίου.
    Το ρεμπέτικο είναι μια μοναδική απόδειξη ότι υπήρξε εδώ κάποτε σοβαρή απόπειρα ανασύστασης της χώρας από ελληνικής πλευράς. Ακόμη και τα κλέφτικα είναι τοπικά τραγούδια. Απηχούν άλλωστε μικρόπνοα σχέδια του τύπου να κυριεύσει κανείς την Τρίπολη, αφού προηγουμένως καταλάβει το Βαλτέτσι.
    Μόνο το ρεμπέτικο είναι ελληνικό. Επιτρέψτε μου μια τελευταία διαπίστωση. Στο 5ο Συμπόσιο Ποίησης (Πανεπιστήμιο Πατρών, Ιούλιος 1985), διαπιστώθηκε, τίμια υποθέτουμε, ότι:
    «η ποίηση δεν είναι δημόσιο λογοτεχνικό είδος στη δική μας κοινωνία [… ] Η ποίηση είναι, θέλουμε δε θέλουμε, περιθωριακό είδος». (Κάριν Μπόκλουντ-Λαγοπούλου).
    Γιατί δεν είναι έτσι με το ρεμπέτικο; Γιατί το ρεμπέτικο αρχίζει ακριβώς από περιθωριακό και εξελίσσεται σε πανελλήνιο, ενώ η «ποίηση» αρχίζει από πανελλήνια και καταλήγει στο περιθώριο; Κάποια γνησιότητα υπάρχει στο ρεμπέτικο και κάποια ψευτιά στην «ποίηση». Να ενώνει κανείς τα δυο είδη θα πει ότι επιδιώκει και πάντως κινδυνεύει να πραγματοποιεί μικρομέγαλα πράγματα.
    Προσέξτε ότι ο άνθρωπος του ρεμπέτικου είναι ένας άνθρωπος με χαρακτήρα, ζωντανός και, όπως είπαμε είδη, έτοιμος να γίνει θέατρο. Ένας τέτοιος επεξεργασμένος τύπος ανθρώπου δεν απαντάται σε καμμιά άλλη ποίηση της Ελλάδος. Δεν είναι να απορεί κανείς γι’ αυτό. Καμμιά άλλη ποίηση δεν έχει την αποκλειστική μανία να μιλήσει ο ίδιος ο άνθρωπος – η καρδιά του ανθρώπου.
    Το θέατρο στην αρχαία Ελλάδα προήλθε από τη λυρική ποίηση. Το θέατρο στη νέα Ελλάδα, ή θα προέλθει από το ρεμπέτικο, σε συνδυασμό βέβαια με τη λαχτάρα για δημιουργία χώρας (δηλαδή λαού) – ή δεν θα προκύψει παρά ως κόκα κόλα χωριάτικη.
    Ευχαριστούμε.

    Το κείμενο μεταφέρθηκε σε ηλεκτρονική γραφή, από φωτοτυπία του χειρόγραφου πρωτότυπου, από τον Σταύρο Βασδέκη, την οποία του απέστειλε ο συγγραφέας τω καιρώ εκείνω.

    Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του παρόντος χωρίς την άδεια του συγγραφέα αλλά και του αντιγράψαντος.

  14. Βασίλης Β. permalink
    28/10/2010 3:45 μμ

    Ενδιαφέρον αφιέρωμα σε ξεχασμένα-δεν είχαν και πολλές αξιώσεις- ρεμπέτικα τραγούδια της περιόδου του πολέμου του 40.
    Στο τραγούδι ¨Με θάρρος αγωνίζομαι¨ ακούω, θαρρώ, τη χαρακτηριστική φωνή της Νταίζης Σταυροπούλου!

Trackbacks

  1. Redblogs.gr » Το “ΟΧΙ” του 1940 μέσα από τα ρεμπέτικα (Μέρος 2ο)
  2. Το “ΟΧΙ” του 1940 μέσα από τα ρεμπέτικα (Μέρος 2ο) « @ithaca
  3. Το “ΟΧΙ” του 1940 μέσα από τα ρεμπέτικα « @ithaca
  4. Το “ΟΧΙ” του 1940 μέσα από τα ρεμπέτικα (Μέρος 2ο) « Λευκαδίου… Συνδεσμοσυλλέκτης
  5. -ΠΟΙΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΙΠΕ ΤΟ «ΟΧΙ» ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ « Πόντος και Αριστερά
  6. Ο Κ. Βάρναλης για την εθνική επέτειο. « Allu Fun Marx: Αριστερά …στη Blogoslovakia
  7. Ξεφυλλίζοντας τον “Ρίζο της Δευτέρας” του 1947: Ο Κ. Βάρναλης για την εθνική επέτειο. « Κανάλι
  8. Από την χωριατοπούλα Ρετζινέλα, στο κορόιδο Μουσολίνι κι ακόμα πιο πέρα…(repost) « Allu Fun Marx: Αριστερά …στη Blogoslovakia
  9. Από την χωριατοπούλα Ρετζινέλα, στο κορόιδο Μουσολίνι κι ακόμα πιο πέρα…(repost) « Allu Fun Marx: Αριστερά …στη Blogoslovakia
  10. Από την χωριατοπούλα Ρετζινέλα, στο κορόιδο Μουσολίνι κι ακόμα πιο πέρα…(repost) « Allu Fun Marx: Αριστερά …στη Blogoslovakia

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • θέι θάμθιγκ

  • ΠΡΟΣΟΧΗ!

  • ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ

  • Monkey Business

  • The Big Store

  • Από 06/01/2007 μέχρι τώρα

  • This blog is under copyleft… All wrongs reversed

  • Πληκτρολογήστε το email σας για να ακολουθήσετε αυτό το blog και να λαμβάνετε ειδοποιήσεις για νέες δημοσιεύσεις μέσω email.

    Μαζί με 7.591 ακόμα followers

  • Οκτωβρίου 2009
    Δ T Τ T Π S S
    « Σεπτ.   Νοέ. »
     1234
    567891011
    12131415161718
    19202122232425
    262728293031  
  • Αρέσει σε %d bloggers: