Skip to content

Σημειώσεις για ένα μαύρο Απρίλη…(2ο μέρος)

22/04/2013

Σημειωματάριο

H κυκλοφορία επιτράπηκε την παράλλη μέρα. Και πριν περάσει ώρα έχουνε βγει στους δρόμους οι γυναίκες των πιασμένων, μανάδες, αδελφές με καμιά γειτόνισσα ή φιληνάδα τρέχουνε να μάθουνε πού τους έχουνε, πάνε και σε δεξιούς συγγενείς ή γνώριμους, άλλοι πρόθυμοι σηκώνονται, άλλοι σηκώνονται με δυσκολία, φοβούνται μα και ντρέπουνται ή φοβούνται και δεν ντρέπουνται, άλλοι ακούνε, άλλοι ούτε ν’ ακούσουν δε θέλουνε.
Κι όπου πάνε αυτές, τους απαντάνε «…δεν ξέρουμε…», τις διώχνουνε. Ή λένε «…τους σηκώσανε…», από Αστυνομία σ’ Αστυνομία κι από Ασφάλεια σε Ασφάλεια.

Σε μια πύλη μιανής φυλακής δυο γυναίκες γνωριστήκανε, αγκαλιάζονται «…πόσα χρόνια είναι… εγώ πάλι για το Θανάση, εσύ για το Βαγγέλη…» βουρκώσανε τα μάτια τους.
Κι αλλού πιάνουνε ουρά, περιμένουνε, αλλού δεν τις αφήνουνε ούτε να περιμένουνε «διαλυθήτε».
– Ρούχα δεν παίρνετε καλέ, μια κουβέρτα…

Ένας σκοπός χασκογελά διασκεδάζει, άλλος αγριεύει φοβερίζει… ένας κληρωτός κυττάζει αλλού, ντρέπεται.
Ακούστηκε ύστερα για το γήπεδο της Φιλαδέλφειας πως έχουν εκεί πολλούς. Και στον Ιππόδρομο στο Φάληρο. Άλλο πάλι αυτό…τι σημαίνει…καλύτερα – χειρότερα νάναι άραγε τα γήπεδα του ποδοσφαίρου από τα Τμήματα… Και πώς πάνε ως εκεί, από πού να κινήσουνε…

Η κανονική Αθήνα πώς έγινε… άδειοι δρόμοι δίχως τρόλλεϋ, δίχως λεωφορεία, μιαν ησυχία σαν αρρώστια, ούτε πνοή. Κάπου προς την Πλάκα χαζεύουνε μια παρέα τουρίστες, μα και τι να χαζέψουνε…όλα κλειστά… Από μια πάροδο περνά μια συνοδεία κρατούμενοι, δεμένοι δυο-δυο με χειροπέδες, ανάμεσα σε χωροφύλακες πάνοπλους, τους περιμένουνε στη γωνιά 2 μαύρα καμιόνια, οι κλούβες. Ένας σέρνει το πόδι του, ο διπλανός του τον στηρίζει δεμένος κι αυτός, μπλέκουνε, τρώνε κοντακιές κατακέφαλα. Άλλος με δεμένο μάτι και μελανιασμένο σκουντουφλά, τον πετούνε πάνω απ’ τη σιδερένια σκαλίτσα…
Χαζεύουνε λοιπόν το θέαμα οι ξένοι, γυρίζει ο αξιωματικός λέει μια λέξη «κομουνίστ» πιστεύει πως θα καταλάβουνε, κάτι καταλάβανε φαίνεται, χαμογελούνε, είναι Αμερικανοί. Μόνο μια κοπέλλα ψιλοκοκκινίζει, πετά μια λέξη «ντροπή»…
Την ίδια ώρα μια γυναίκα ξεμαλλιασμένη τρέχει κουνά το χέρι της προς την κλούβα να σταθεί, βαστά ένα μπόγο, τον μισοσηκώνει να ιδούνε να λυπηθούνε, άδικα, η κλούβα φεύγει, καθίζει χάμω αυτή στο πεζοδρόμιο, της κόπηκε η πνοή.

Έτσι περνούνε οι πρώτες μέρες, κάθε μέρα κάθε ώρα με τη θελιά της αγωνίας στο λαιμό. Κάτι παλιές φροντίδες σπιτικές «…πόσο λάδι έχει ακόμα ο ντενεκές…», « …πόσα χρωστούμε του φούρναρη…», σαν κάτι σπιτικές γάτες ελεεινές, αδύνατον να τις διώξεις, πήρανε πάλι τη θέση τους στην καθημερινή ζωή. Και μια καινούργια επί πλέον: το δέμα, «τι να στείλω»… «πώς τα στέλνουνε…»

Η γυναίκα του πλασιέ κατέβηκε σε 2-3 μέρες με το κοριτσάκι αγκαλιά και το κλειδί στην τσέπη, περνά την πρώτη στοά, περνά στην παραμέσα- τα νοίκια πιο φτηνά- όλα κλειστά, θεοσκότεινα μαγαζάκια και μαγαζιά, πατάρια και υπόγεια, της μιανής πόρτας και της μισής, νεκρά όλα, η στοά έρημη. Μια χίτισσα μόνο, το « Ενδύονται κομβία» έχει ανεβασμένο το ρολλό, πλέκει στην πόρτα και στραβοκυττάζει τη γυναίκα του πλασιέ. Αυτή σφίγγει το παιδί καλά-καλά και παίρνει δρόμο. Απ’ το τζάμι πήρε το μάτι της τη διπλή σειρά τα βιβλία, της φανήκανε πολύ όμορφα, ξεχωρίζει «η Ανάσταση» του Τολστόι, χοντρή χοντρή με το γυαλιστερό ξώφυλλο – πόσους κόπους, πόσα έξοδα. Και πόσο χρέος… ζαλίστηκε. Μα και συλλογίστηκε «θέλουνε ξεσκόνισμα…». Περνά τότε ο καφετζής δίπλα, με το δίσκο του και μόνο δυο λεμονάδες, της μουρμουρίζει «… σε ζητούσε χθες η Ασφάλεια…» και χάνεται. Χάνεται κι αυτή.

Και πάλι σε 5-6 μέρες αφήνει το παιδί σε μια καλή γειτόνισσα, κατεβαίνει, βρίσκει την πόρτα στραβωμένη, τα τζάμια σπασμένα, σωρούς και σκόρπια χάμω τα βιβλία σκισμένα, κομματιασμένα, ούτε ρώτησε, πήρε δρόμο. Σαν έφτασε σπίτι κρέμασε το κλειδί σ’ ένα καρφί πρώτα, ύστερα το τρύπωσε κάτω από τον καναπέ. Τι ελπίζει; Έπιασε δουλειά σε σπίτια με φτηνό μεροκάματο, επειδή παίρνει μαζί και το κοριτσάκι της, τρέμει μην της το μαλώσουνε αν φωνάξει, αν κάνει αταξία.

Η αδελφή του Βάσου βγαίνει στις 3 μέρες να πάρει ψωμί, ντύθηκε, περπατά σαν υπνωτισμένη,«…πάω για ψωμί εγώ… εγώ τώρα πάω για ψωμί…». Της ζητούσε η μητέρα τους φρέσκο ημίλευκο,«…κι ο Βάσος τι θα φάει…». Την κυττάζει καλά- καλά και ύποπτα ο πρατηριούχος, έτσι της φαίνεται, είναι δεξιός, στερεώνει τη φωνή της για να πει «μια φραντζόλα ημίλευκο…», το πρόσωπό της σα φτιασιδωμένο με φτιασίδι πολύ άσπρο, «…ακόμα δε μας φέρανε, θα σου στείλω με το παιδί…», της φαίνεται πως την κυττάζει με πονηριά, γιατί να την κυττάζει, γιατί να της το στείλει με το παιδί, «μας παρακολουθεί…».

Στο μανάβη δεν στάθηκε είναι δημοκράτης, θα τον παρακολουθούνε. Γύρισε σπίτι, τρύπωσε μέσα και κλείδωσε. Η γριά παραπονιέται αδιάκοπα «πώς έφυγε το εβλογημένο παιδί και δε με χαιρέτησε…».

Το άλλο βράδυ σούρουπο, παρουσιάστηκε η κοπέλα του Βάσου, φρέσκια, φρέσκια, λουσαρισμένη, λίγο ζήλεψε κρυφά και θύμωσε η αδελφή. Μα το πρόσωπο της μικρής κατάχλωμο κι αυτηνής, ρώτησε βιαστικά για το Βάσο, είπε πώς κι εκείνη κρύβεται, «πέρασα στην παρανομία…» έτσι το είπε αποφασιστικά, όπως λες μια πρόβλεψη «…έβγαλα τα χειμωνιάτικα ρούχα μου απ΄τη ναφταλίνη…». Το σόι της όλο αριστεροί. Έφερε και μια καλή κουβέντα για το Βάσο «…θα τρέξουμε αδελφή, δε θα τους φάει το σκοτάδι…». Σαν έφυγε φιληθήκανε βουρκωμένες. Κι η γριά πάλι κοιμισμένη, πάλι ζαλισμένη απ΄τα ψέματα.

Τα γήπεδα και κάθε χώρος, όπου ξεφορτώσανε τους πιασμένους, υπόγεια, υπόστεγα, τμήματα και παραρτήματα της Ασφάλειας, έχουνε γεμίσει φίσκα, χτές μπορούσανε να ξαπλώσουνε, τώρα τα πόδια κουβαριασμένα , κάθε τόσο σηκώνονται όρθιοι με τη σειρά να ξεμουδιάσουνε. Για να μετακινηθούνε χρειάζεται απόφαση. Τ’ αποχωρητήρια μέσα σε χτίρια έχουνε φράξει, στο ύπαιθρο κάτι λάκκοι σκαμμένοι πρόχειρα ξεχειλίσανε, ξεφτελισμός και παιδεμός κάθε στιγμή και κάθε ανάγκη, κακοπάθειες, αγωνίες ανακατώνουν τ’ άντερα, κόβουνε κοιλιές.

Τέτοιες ώρες ξεχωρίζουνε οι δοκιμασμένοι, το μάτι τους ξάστερο, θαρείς πως τους έχει μείνει και κάποιο χαμόγελο χαραγμένο για πάντα στο στόμα, ξέρουνε ίσαμε πού θ’ απλώσουνε το κορμί, χωρίς να στενοχωρέσει τους διπλανούς, πόσα λεπτά θα κλείσουνε τα μάτια να λαγοκοιμηθούνε πάνω στα διπλωμένα γόνατα, πως θα παραχωρήσουνε καμιά σπιθαμή, όσο για να ακουμπήσει τον αγκώνα του κανένας πρωτάρης. Συμβουλεύουνε κι όλας: «…με τη σειρά στ’ αποχωρητήρια…», «μια θέση για τον ανάπηρο…», συμβουλές- εντολές δίχως και πολλή συζήτηση, όπως μιλά σε καμιά βάρκα με ναυαγούς ο τιμονιέρης.

Οι ώρες περνούνε βαριές, σπούνε κόκκαλα και νεύρα, ξεσπούνε μικροκαυγάδες:
– Πρόσεχε που πατάς… δεν είσαι στην αυλή σου…
-Πού είσαι ηγεσία, δεν σε βλέπομε πουθενά…
Κάποιος ανασηκώνεται, στηρίζεται σε αλλουνού τον ώμο:
-Δεν είναι ώρα για κριτική, ακούτε φίλοι;
-«…μας πιάσανε σαν ποντίκια…», τσιρίζει μια πνιχτή φωνή.
-Εδώ τώρα είμαστε σ’ ένα καζάνι, τι καταλαβαίνετε, βγαίνει τίποτα με τσακωμούς;

Μιλά σοβαρά, ένας παλιός συνδικαλιστής, μετρά τα φρόνιμα λόγια, όπως ο γιατρός μετρά σταγόνες, μιλά και συνάμα παρακαλά, γίνεται ησυχία. Την νύχτα τον φωνάξανε αυτόν κι άλλους δυο συνδικαλιστές και τους φέρανε πίσω την αυγή, μαυρισμένους απ΄το ξύλο, γνωρισμένοι κι αναγνωρισμένοι, λοιπόν, απ’ τον τύραννο και βασανιστή ο χρήσιμος, ο υπεύθυνος, τον χτυπούνε πρώτο.

Σ’ άλλο στρατόπεδο οι γυναίκες πολλές με παντόφλες ακόμα του σπιτιού.  Φέρνουνε και μια ηλικιωμένη νοικοκυρά, φορά μια ποδίτσα κατακάθαρη, πέφτει χάμω και κυλιέται. Μια συντρόφισσα πλησιάζει με απόφαση, της πετά μπάτσους στα μάγουλα σταυρωτά. Οι άβγαλτες τα χάνουνε, τη λυπούνται, λουφάξανε όλες «ανασηκώσου, ησύχασε…» της λέει σα μάνα τώρα η παλιά, της στηρίζει το κεφάλι «…κι εμείς εδώ είμαστε, γύρισε να μας δεις… εδώ δίπλα σου…κι η μικρή εδώ, εδώ μαζί όλες…». Είχανε ρίξει στην κλούβα την εγγονή της μ’ άλλες δυο της Νεολαίας του συνοικισμού, έτρεχε ξοπίσω, τη ρίξανε κι αυτήν στην κλούβα, δεν σταματούσε το ξεφωνητό. Τώρα ησύχασε. Ακούγεται κι ένα δήθεν αστείο: «…είδες σε τι καλή παρέα έπεσες…», μα τα χαμόγελα είναι σα σχεδιασμένα σε τσαλακωμένο χαρτί.

Την άλλη μέρα μοιράσανε κουραμάνα του Στρατού. Άλλες καταλάβανε τότε την πείνα τους, τρώνε βιαστικές μπουκιές, αλλωνών το στομάχι έκλεισε, ούτε να ιδούνε ψωμί.

Την ίδια μέρα φωνάξανε οι σκοποί ονόματα και βγήκανε μερικές στην πύλη, πήρανε-δόσανε ονόματα, συστάσεις, τηλέφωνα, χαρτάκια, ερωτήσεις «μην είδατε…», «μην ξέρετε…», «ο τάδες, η τάδε», ανεμοσκορπίσματα κι ανεμομηνύματα, ο νους δεν ησυχάζει, γυρίζει σαν προπέλλα έξω απ’ το νερό, στον αέρα.
Έπειτα έγινε διανομή, ανοιχτήκανε τα δέματα, ο κάθε κεφτές μοιρασμένος στα 4, οι κουβέρτες απλωθήκανε και για όσες δεν είχανε.

Στο “Σημειωματάριο” αυτό η Έλλη Παπαδημητρίου περιγράφει με  μικρές ολοζώντανες εικόνες , ψηφίδα ψηφίδα, το μαύρο μωσαϊκό  των πρώτων ωρών της 21ης Απρίλη του 1967 , καθώς και των πρώτων ημερών που ακολούθησαν. Το κείμενο δημοσιεύτηκε  σε 3 συνέχειες (21/22/23 Απρίλη του 1976) στον Ριζοσπάστη. Σε 3 συνέχειες θα δημοσιευτεί και στο μπλογκ.  Αυτό είναι το δεύτερο μέρος.

Η Έλλη Παπαδημητρίου  γεννήθηκε στα 1906 στη Σμύρνη και μεγάλωσε στην Αθήνα όπου σπούδασε γεωπονία. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή : «Απόκριση», 1946, με ποιήματα από τη Μέση Ανατολή κατά τον πόλεμο, το θεατρικό : «Ανατολή», 1952, από τη Μικρασιατική Καταστροφή και το : «Ποιητική Γνώση», που κυκλοφόρησε το 1952 σε περιορισμένη έκδοση. Το 1961 εκδόθηκε το «8 τετράδια ποιήματα», το 1963 «Το βουνό», το 1964 το «Ελληνική Βοήθεια προς Αμερική» και το 1964 επίσης το «Ακούμε τη φωνή σου, Πατρίδα», σειρά από μαρτυρίες σε συνεργασία με 17 αφηγητές. Πέθανε στην  Αθήνα το 1993

No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • θέι θάμθιγκ

  • ΠΡΟΣΟΧΗ!

  • ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ

  • Monkey Business

  • The Big Store

  • Από 06/01/2007 μέχρι τώρα

  • This blog is under copyleft… All wrongs reversed

  • Πληκτρολογήστε το email σας για να ακολουθήσετε αυτό το blog και να λαμβάνετε ειδοποιήσεις για νέες δημοσιεύσεις μέσω email.

    Μαζί με 7.591 ακόμα followers

  • Απριλίου 2013
    Δ T Τ T Π S S
    « Mar   May »
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  
  • Αρέσει σε %d bloggers: