Skip to content

Σημειώσεις για ένα μαύρο Απρίλη…(3ο μέρος)

23/04/2013

Σημειωματάριο

H παντρεμένη αδελφή της δασκάλας ήρθε, κατοικεί με τους γέρους γονείς, τής το παράγγειλε κι ο άντρας της, όπως τον πήρανε απ’ την πρώτη νύχτα.«…Να πας στο πατρικό σας με το παιδί». Με πολλά παρακάλια ένας θείος εθνικόφρονας έμαθε πως είχανε πάει τον άντρα της στο τάδε Τμήμα, τού’στειλε ρούχα. Τώρα κλειστήκανε μέσα όλοι, ο δάσκαλος τρέχει κάθε τόσο, σηκώνει το κομμένο τηλέφωνο: «εμπρός, εμπρός», η μητέρα μέρα -νύχτα βογγά, τρώνε και δεν τρώνε. Ο Νίκος, τ’ αγόρι 10 χρονώ στις τόσες μέρες, θέλει να κατέβει να παίξει στο δρόμο, μερικά παιδιά ξεμυτίσανε. «…Έχεις φίλους εδώ στη γειτονιά;», η μάνα του ανήσυχη. «Τι λες καλέ μαμά, ο Μήτσος, ο Κωστάκης, όλοι φίλοι μου…», κατεβαίνει χαρούμενος.

Οι φίλοι όμως τον κυττάζουνε παράξενα, δεν του φωνάζει κανείς, «έλα με μας», οι 2 παρέες που παίζουνε μπάλα, σταματήσανε το παιχνίδι. «Πόσο είναι το σκορ;» ρωτά ο Νίκος, να φανεί πως ξέρει, πως θέλει να λάβει θέση. Μα ο Μήτσος με το πόδι έτοιμο να κλωτσήσει τη μπάλλα, σηκώνει τα μάτια και τον ρωτά πονηρά: «Πού είναι η θεία σου;»-ποιος ξέρει τι άκουσε σπίτι του. Ο Νίκος τά’χασε, δεν βρίσκει άλλο να πει, του φωνάζει: «…Δεν μας τράταρε η θεία μου λουκουμάδες στη γιορτή μου;» και μένει καρφωμένος, έτοιμος να κλάψει- μα και δεν κλαίει. Τα παιδιά μαζεύουνε τη μπάλλα και φεύγοντας φωνάζει ο Μήτσος: «…Την πήρανε οι χωροφύλακες».Και τ’ άλλα παιδιά φωνάζουνε τραγουδιστά σα να παίζουνε κανένα καινούργιο παιχνίδι,«Την πή-ρα-νε την πή-ρα-νε». Ο Νίκος τους βλέπει άξαφνα εκειδά που στέκεται, τους πετά δυο μούντζες «να…να», με τα δυο του χέρια, κάνει μεταβολή, ανεβαίνει στο σπίτι πάλι τρέχοντας και ξεσπά στα κλάματα πάνω σ’ ένα καναπέ.

Τώρα βγαίνουνε πάλι εφημερίδες ίδιο σχήμα, ίδια στοιχεία, συντάχτες, ιδιοχτήτες στη θέση τους. Μα σα να έχει αρχίσει κάποια παράσταση, σα να μας κυκλώσανε άξαφνα τρελλοί και μανιακοί, παριστάνουνε την εξουσία, την κοινωνία, σε κάποιο νούμερο αποκριάτικο, αφρίζουνε, βρίζουνε,καυχιούνται, κατηγορούνε, τρίζουνε τα δόντια, γαυγίζουνε -για μια στιγμή τους λυπάσαι… «Αυτοί θα σκάσουνε…». Όμως, κρατούνε όπλα, πυροβολούνε «…και σκοτώνουνε άραγε;». Πόσο τάχα θα βαστάξει το νούμερο; Πόσο θα βαστάξουμε;

Οι ξένοι δημοσιογράφοι δεν έχουνε μάτια ή τα κλείνουνε, ούτε γλώσσα κατάλληλη να τα πούνε απλά και ίσια «στην Ελλάδα στρατοκράτες βαλτοί των Αμερικάνων καταλύσανε τη Δημοκρατία, επιβάλανε φασιστική δικτατορία, επίσης διωγμός των αριστερών, έκτακτα στρατοδικεία», όπως τα ξέρουμε, αλλά μιλούνε «αντικειμενικά» και σε διάφορες δόσεις, οι διάφορες σάλτσες «ο κόκκινος κίνδυνος», «η αναρχία».

Οι φιλάνθρωποι Σταυροί ζητούνε αριθμούς, πόσοι έχουν πιαστεί, πόσοι άντρες, πόσες γυναίκες, πόσοι δεμένοι χεροπόδαρα, πόσοι μόνο χέρια ή μόνο ποδάρια, μήπως σαλεύουνε τα δάχτυλα, άραγε τους φράξανε και το στόμα…

Απ’ τις πρώτες μέρες βάλανε μπρος και τη μηχανή που σκίζει τον άνθρωπο από μέσα, τον κουρελιάζει, μαζεύουνε δηλώσεις.
Σ’ ένα γραφείο της Αστυνομίας ο διευθυντής έστειλε κι έφερε τη γυναίκα ενός κρατούμενου με τα δυό του παιδιά, τον φέρνουν κι εκείνον από ένα υπόγειο. Τα 2 παιδιά πέφτουνε πάνω του, τον αγκαλιάζουνε απ΄τα πόδια, η γυναίκα βλέπει το χάλι του που είχε να φάει και να κοιμηθεί 4 μερόνυχτα, μαρμάρωσε. Εκείνος αναρρουφά όπως το συνήθιζε από μικρός. Ο διευθυντής ευχαριστιέται το θέαμα, λογαριάζει πως η δήλωση αυτουνού θα έχει σημασία, μικρή δήλωση να του απαιτήσει άραγε ή και αποκήρυξη και δημοσίευση σ’ εφημερίδα, συλλογιέται. Άξαφνα ξεχωρίζει κάτι λόγια: «Τώρα Μανωλάκη θ’ ακούς τη μάνα σου, είσαι πια μεγάλος- εσύ Σταύρο να μην πας ποτέ στο σχολείο αδιάβαστος, έτσι γιε μου;». Δηλαδή αποχαιρετιούνται; Πλησιάζει μ’ ένα στυλό στο χέρι: «Ορίστε, τι θα γράψετε πια, το ξέρετε, είστε μορφωμένος άνθρωπος και πριν βραδυάσει θά’σαστε σπίτι σας» και χαμογελά.

Χαμογελά κι ο κρατούμενος χωρίς θυμό, σχεδόν με λύπη που δεν θα του κάνει τη χάρη: «…Ξέρετε καλά, το ξέρετε και σεις πως αυτό δεν γίνεται…». Το ψεύτικο καλωσυνάτο πρόσωπο του αστυνόμου σκλήρυνε, σπρώχνει την οικογένεια του κρατούμενου προς την πόρτα, «πάρτους», ξεφωνίζει του σκοπού. Γυρίζει καταπάνω στον κρατούμενο, τον κολλά στον τοίχο, τον πιάνει απ΄τα μαλλιά και του κοπανά το κεφάλι μπρος-πίσω, αρπάχνει ένα μαστίγιο, κάνει 2-3 βήματα πίσω, χτυπά, τον ρίχνει χάμω, τον κλωτσά, σφυρίζει το μαστίγιο, σκίζει ρούχα, κρέατα. Τον κατεβάσανε πάλι στο υπόγειο σηκωτόν, όπου φαίνεται το πετσί του είναι κιτρινόμαυροι λεκέδες, λεκέδες σαν κανενούς σκοτωμένου φιδιού.
Κι απ’ τα ρουθούνια στάζει αίμα. Οι συγκρατουμένοι του απλώσανε 2 κουβέρτες στην καλύτερη γωνιά.

Στον Ιππόδρομο έγινε φονικό. Ήταν στο σύρμα πάνω από 2.000 αριστεροί. Ένας λοχαγός δίνει μια διαταγή σε μια ουρά, του φάνηκε πως κάποιος παραμέρισε, έτσι του φάνηκε, τραβά το πιστόλι, του ρίχνει δυο απανωτές, πέφτει ένα κορμί ανάμεσα στα πόδια των αραδιασμένων συντρόφων, κοκκαλώσανε όλοι, σπιθαμή δεν μετακινιούνται. «Άραγε θα ρίξει κι άλλες, θα ρίξουνε κι άλλοι;». Το αίμα κοκκινίζει στο στήθος του πληγωμένου, κείτεται ανάσκελος, γίνεται κάποιο σούσουρο, φωνάζουν οι φρουροί «γιατρό». Δυο κρατούμενοι γιατροί τρέξανε, γονατίσανε δίπλα του. Δυο απ΄τους κρατούμενους κάνουνε τότε δυο βήματα όξω απ’ τις σειρές με απόφαση, τα μάτια τους γυαλίζουνε, σκίζουνε τη θολούρα του φόβου, μιλούνε κοφτά: «Μας έχετε στα χέρια σας, αν είναι να μας σκοτώσετε να το ξέρουμε…».  Ακούγονται γύρω-γύρω κάτι πνιχτές αναπνοές, ο λοχαγός που τράβηξε ξαφνιάστηκε, οι 2 γιατροί σηκωθήκανε άπραχτοι, ξεσκονίζονται. Ήρθανε οι φρουροί και σηκώσανε το πρώτο θύμα. «Ξέρει κανείς τ’ όνομά του; Με ποια ομάδα πιάστηκε;». «Είναι ο Ελής, ο Ελασίτης», είπε κάποιος, τόσο μαθεύτηκε τότε.

Στον προλιμένα του Πειραιά είναι αραγμένο ένα οπλιταγωγό. Η κατεβασμένη πρύμη του σαν στόμα ορθάνοιχτο κανενούς θεριόψαρου παραμονεύει. Φτάνουνε φάλαγγες, φάλαγγες καμιόνια στρατιωτικά, η προκυμαία τραντάζει, ξεφορτώνουνε κρατούμενους, τους περνούνε τρέχοντας ανάμεσα σε διπλούς στίχους στρατιώτες με τ’ αυτόματα έτοιμα. Ένας προβολέας στη γέφυρα του καπετάνιου κόβει μέσα στη νύχτα ένα τριγωνικό φως, όσο για να φωτίζεται το έγκλημα. Κάτι παλιές βρισιές και βλαστήμιες «κατσαπλιάδες», «προδότες», ακούγονται, σπρωξιές, «μέσα, μέσα». Ο βουερός Πειραιάς, που άλλοτε τέτοια ώρα χαράματα είναι στο πόδι, φάμπρικες, φουγάρα σφυρίζανε, καλημερίσματα και γέλια και πειράγματα τα συνάφια της εργατιάς, η άγρυπνη αλητεία, τώρα βουβό, νεκρό λιμάνι. Στ’ αμπάρι άλλοι σκοποί ουρλιάζουνε: «Χάμω καθήστε, χάμω», «εδώ πατάτε, καθήστε»,«ούτε κεφάλι μη γυρίστε», «τσιγάρο δεν θ’ ανάψει κανείς», έτοιμοι να ρίξουνε. Τώρα κλείσανε τ’ αμπάρια, το καράβι σαλπάρει, από κάτω η θάλασσα πλατσαρίζει, αρχινά το σκαμπανέβασμα, έχουνε βγει απ΄το λιμάνι, ένα κύμα τούς πετά ψηλά, τραντάζουνε, τ’ άλλο τους βουτά, κάθε κύμα βογγητά, ξεράσματα, ξερνούνε κι οι σκοποί, βρωμά το κλειστό αμπάρι, τα χνώτα, ο ιδρώτας βρωμούνε απ΄την αγωνία, τα σανίδια πρασινίσανε απ’ τη χολή. Κι εδώ πάλι κάμποσα κεφάλια μένουνε ορθά, κάμποσα χέρια πάλι στηρίζουνε κούτελα μελανιασμένα, σκουπίζουνε χείλια που κρέμονται, το ίδιο πάλι χαμόγελο εδώ-εκεί, το άσβηστο θαρρείς πως λέει: «Μας βασανίζετε βασανιστές, δουλιά σας- κι εμείς βαστούμε, δουλιά μας».

Απάνω που αλλάζει βάρδια ένας κρατούμενος σηκώθηκε όρθιος, σα να πήρε καμιά ιδιαίτερη διαταγή, βάζει το χέρι στ’ αυτί του, αφουγκράζεται, κάνει να ζυγιαστεί απ΄ τό’να πόδι στ’ άλλο, μονομιάς τον τραβούνε χάμω οι διπλανοί, κουβαριάζεται, πετά το κεφάλι εδώ-εκεί, το βροντά χάμω, τον κουκουλώνουνε μ’ ένα σακάκι. Τέλος τεντώνεται, ξεραίνεται, όλα γίνανε σε μισό λεπτό μέσα, ο καινούργιος σκοπός πολεμά να πιαστεί κάπου, τον τραντάζει το ένα κύμα, τ’ άλλο, δεν πήρε είδηση.
«Ανοίξτε μας» φωνάζουνε μερικοί, «θα σκάσουμε».
«Να σκάσετε».
«Μην τους ζητάτε τίποτε, φχαριστιούνται», λένε οι παλιοί.

Μετά κάμποσες ώρες, το καράβι κύλησε απ’ τη μια μπάντα στην άλλη -άρα κάνει στροφή, κόβει δρόμο η μηχανή, κάπου φτάσανε. Αλυσίδες, σφυρίγματα. «Πού είμαστε;». Ανοίγουνε τ’ αμπάρια, ένας ήλιος πρωινός, λοξός, τρύπωσε μέσα, μπουκάρει καθαρός αέρας, δροσίζει κατάξερα πλεμόνια, σκορπά λίγο η μπόχα. Και μια λουρίδα θάλασσα φάνηκε γαλαζοπράσινη, κρυσταλένια. Τα πιο γρήγορα μάτια πασκίζουνε να καταλάβουνε πού φτάσανε. Ο αξιωματικός της αποστολής πηδά σε μια μαούνα που πλησίασε, δυο χωροφύλακες είναι μέσα, τα περίστροφα στη μέση, στη θήκη, σαν αχρείαστα. «Πού είμαστε;». Σαν πιο ήμερα όλα. «Νάναι παγίδα;». Μια στιγμή ένας παλιός έβαλε μια φωνή: «Τα Γιούρα».
Η ονομασία τους χτυπά κατάμουτρα. Φάνηκε τώρα μια πλαγιά του αβλάστητου νησιού και τα καταραμένα χτίσματα, που κάθε πέτρα τους είναι κουβαλημένη με βόγγο, με βλαστήμιες. Δηλαδή «μάς φέρανε στο κάτεργο».
Μερικοί ξερνούνε άλλη μια φορά.
Ύστερα τους αποβιβάσανε κατά εικοσάδες.

Στο “Σημειωματάριο” αυτό η Έλλη Παπαδημητρίου περιγράφει με  μικρές ολοζώντανες εικόνες , ψηφίδα ψηφίδα, το μαύρο μωσαϊκό  των πρώτων ωρών της 21ης Απρίλη του 1967,  καθώς και των πρώτων ημερών που ακολούθησαν. Το κείμενο δημοσιεύτηκε  σε 3 συνέχειες (21/22/23 Απρίλη του 1976) στον Ριζοσπάστη. Σε 3 συνέχειες δημοσιεύτηκε και στο μπλογκ.  Αυτό είναι το τρίτο και τελευταίο μέρος.

Η Έλλη Παπαδημητρίου  γεννήθηκε στα 1906 στη Σμύρνη και μεγάλωσε στην Αθήνα όπου σπούδασε γεωπονία. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή : «Απόκριση», 1946, με ποιήματα από τη Μέση Ανατολή κατά τον πόλεμο, το θεατρικό : «Ανατολή», 1952, από τη Μικρασιατική Καταστροφή και το : «Ποιητική Γνώση», που κυκλοφόρησε το 1952 σε περιορισμένη έκδοση. Το 1961 εκδόθηκε το «8 τετράδια ποιήματα», το 1963 «Το βουνό», το 1964 το «Ελληνική Βοήθεια προς Αμερική» και το 1964 επίσης το «Ακούμε τη φωνή σου, Πατρίδα», σειρά από μαρτυρίες σε συνεργασία με 17 αφηγητές. Πέθανε στην  Αθήνα το 1993

4 σχόλια leave one →
  1. aggeliki permalink
    23/04/2013 5:09 πμ

    monon auto na eisai kala

  2. 23/04/2013 11:29 πμ

    και από μένα, φίλε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • θέι θάμθιγκ

  • ΠΡΟΣΟΧΗ!

  • ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ

  • Monkey Business

  • The Big Store

  • Από 06/01/2007 μέχρι τώρα

  • This blog is under copyleft… All wrongs reversed

  • Πληκτρολογήστε το email σας για να ακολουθήσετε αυτό το blog και να λαμβάνετε ειδοποιήσεις για νέες δημοσιεύσεις μέσω email.

    Μαζί με 7.591 ακόμα followers

  • Απριλίου 2013
    Δ T Τ T Π S S
    « Mar   May »
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  
  • Αρέσει σε %d bloggers: