Skip to content

Σημειώσεις για ένα μαύρο Απρίλη…

21/04/2013

 Σημειωματάριο

     Απρίλιο μήνα, στις 21 τα μεσάνυχτα, η Αθήνα σείστηκε, οι δρόμοι βουλιάζουνε, τανκς και μηχανοκίνητα έχουνε καταλάβει τις πλατείες, τη Βουλή, το Ζάππειο, κανόνια και πολυβόλα στημένα σημαδεύουνε τους διαβάτες, στρατιώτες και σκοποί παντού με κράνη και αυτόματα στα χέρια,-ποιός ο εχθρός;
     Την ίδια ώρα καμιόνια στρατιωτικά πλακώσανε σε γειτονιές, σε προάστια, αξιωματικοί και υπαξιωματικοί βαστούνε καταλόγους, με το φακό γυρεύουνε δρόμους και αριθμούς όπου κατοικούνε αριστεροί, καταγραμμένοι από καιρό, του μίσους υπομονετικιά δουλιά.
     Χτυπούνε πόρτες σημειωμένες στα χαρτιά τους, βγαίνουνε στα παράθυρα κεφάλια «ποιος;»«Ελληνικός στρατός, ανοίξτε αμέσως» -…ποιος στρατός, τ’ αδέλφια μας, οι γιοι μας, ο γείτονας, ο γιος του γείτονα πατούνε τα σπίτια μας;
     Άλλοι ανοίγουνε στη στιγμή, άλλοι αργούνε. Κάποιος γρήγορος άρπαξε το τηλέφωνο, κάπου ειδοποιεί – μετά 5 λεπτά τα τηλέφωνα όλα έχουν κοπεί- κατρακυλά την πίσω σκάλα σα γάτος, χάνεται. Ο «Στρατός» τώρα προχώρησε μέσα, διαβάζει διαταγές, φοβερίζει, κάνει συλλήψεις ως το πρωί. Κι όλη την μέρα και την άλλη μέρα και την άλλη.
*
    Χτυπήσανε την πόρτα και του Ακροναυπλιώτη, που τώρα είναι πλασιές βιβλίων. Αυτός επί Μεταξά που πρωτοπιάστηκε ήτανε 18 χρονών, δικάστηκε, ύστερα τον παραδόσανε οι μεταξικοί και «σύμμαχοι» Εγγλέζοι στους Ναζήδες που εισβάλανε, ύστερα έκανε αντάρτης στο βουνό, ύστερα φυλακίστηκε με τον εμφύλιο, αμνηστεύστηκε, παντρεύτηκε μια χωριανή του κοπέλλα, κάναν ένα παιδάκι, νοικιάσανε και μιαν αποθήκη σε στοά, δούλευε. Τώρα πάλι τον παίρνουνε. Γυρίζει το κεφάλι που του άσπρισε πρόωρα, βλέπει το παιδί στο κρεβατάκι με τις κορδέλλες, ρίχνει μια ματιά στη γυναίκα του, το πρόσωπό της κι αυτηνής άσπρο σαν το σεντόνι του παιδιού, δε λένε τίποτα, τον πηρανε, κανείς γείτονας δε φάνηκε. Πριν ανέβει στην κλούβα γυρίζει προς τη γυναίκα του και λέει: «Κάνε πια εσύ ό,τι μπορείς, τα κλειδιά της αποθήκης στο σακκάκι μου…»
*
    Χτυπούνε και την πόρτα της δασκάλας, άνοιξε η μάνα της, «πού είναι η κόρη σου;». Αυτή παρουσιάζεται με μια ρόμπα πρόχειρη, πάνω απ΄το νυχτικό, έτρεξε κι ο πατέρας παλιός Δημοδιδάσκαλος, στάθηκε μπροστά τους «πού θα πάει τέτοια ώρα…» μιλά με αυστηρό ύφος, αυτοί χασκογελούνε, τον σπρώχνουνε, την τραβούνε προς την σκάλα, οι γέροι κρεμάζονται πάνω τους, στο πεζοδρόμιο ο αξιωματικός δίνει μια του γέρου μια της γριάς που έχει γαντζώσει στον αγκώνα του, πέφτει κάτω αυτή, σπρώχνουνε την κόρη στο τζιπ, πάει.
Πρωί-πρωί ο γαλατάς που αψήφησε την απαγόρευση κι έτρεχε τοίχο-τοίχο μοίραζε στα πιο κοντινά σπίτια γάλατα για να μην του ξυνίσουν τους ήβρε κουβαριασμένους στο κατώφλι τους, η γριά βογγά, το πόδι της πρησμένο σα νεροκολοκύθι, ο γέρος κοντά της άπραγος «…να ειδοποιήσω κανέναν;» «Όχι-όχι… μόνο την κόρη μας, την κόρη μας…». ‘Υστερα τρέξανε οι γειτόνοι τους σηκώσανε. Ήρθε κι η άλλη κόρη τους η παντρεμένη με το αγόρι της, πιασμένος κι αυτηνής ο άντρας, κλειστήκανε στο σπίτι κι αμπαρωθήκανε.
*
    Ήρθανε και στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας για τον κουρέα τον Βάσο που ήταν γραμματέας του Προοδευτικού Συλλόγου της συνοικίας και καλός τραγουδιστής. Ο επιλοχίας φωνάζει πολύ άγριος και βιαστικός: «Τσακίσου μπρος…Το Ι.Χ λες και σε περιμένει;» Ο Βάσος ντύνεται καλά, χτενίζεται ποιος ξέρει πώς το πήρε, ζητά ένα μαντήλι καθαρό της αδερφής του, του τόφερε καλοσιδερωμένο, μιλούνε σιγά να μη ξυπνήσουνε τη μάνα τους στο μικρό καμαράκι, έπειτα έγνεψε «…να βρεις καμιά δικαιολογία… με φωνάξανε πες της, κάποια παρέα…» μα πριν αποτελειώσει ο Βάσος μπαίνει ο επιλοχίας μ’ άλλους δυο, τον ρίχνουνε χάμω με μπουνιές, αυτός με τα χέρια σκεπάζει το πρόσωπό του, ο επιλοχίας παρατηρά το στόμα του ξέσκεπο, του δίνει μια κλωτσιά στο στόμα και τον πετούνε στο καμιόνι, τρέχουνε τώρα τα αίματα,πνίγεται, φτύνει κι απ΄τα σπασμένα δόντια του κομματάκαι σαν πετρίτσες που βρίσκεις τρώγοντας φακή ακαθάριστη, το καμιόνι ξεκινά. Η αδελφή σέρνει μια φωνή σπαραχτική «…και το σακκάκι σου, το σακκάκι σου…». Από ένα παράθυρο μισάνοιχτο μια άλλη φωνή τσίριξε σαν πουλί κακοξυπνημένο «…φονιάδες…»
    Κάπως έτσι πατήσανε ως 10.000 σπίτια και άνω- είπαμε πήρανε άντρες και γυναίκες, ντυμένους κι άντυτους, όπως τους μαζεύανε οι Ναζήδες για ντουφέκισμα ή εκτόπιση.
*
     Την ίδια πρώτη νύχτα κυκλώσανε ολόκληρα τετράγωνα, πατήσανε τα γραφεία των αριστερών εφημερίδων, κοντά στις αριστερές και μερικές φιλελεύθερες, δέσανε τους νυχτοφύλακες, σπάσανε πόρτες, στήσανε σκοπούς και διπλοσκοπούς, ξεπατώνουνε ντουλάπια, πετούνε όξω συρτάρια, τσουβαλίάζουνε χαρτιά. Το προσωπικό μαντρισμένο, άοπλο. Τάγματα και λόχοι κάνανε την έφοδο, καταλάβανε σκάλες, ορόφους με ουρλιαχτά ξέφρενοι με τη μεγάλη τους νίκη…-ποιός εχθρός;
Στα πατημένα σπίτια τα πιο μεγάλα παιδιά έχουνε ξυπνήσει, τα χείλια τους είναι μελανά, τα πόδια τους τρέμουνε δε ρωτούνε τίποτα. Τα μικρά κλαίνε, οι μάνες τ’ αγκαλιάζουνε, άλλες είναι σαν παραλογιασμένες, οι καρδιές μικρές και μεγάλες χτυπούνε και κόβουνται, βιαστικά ή αραιά σα σφυριές από αδέξια χέρια. Μερικές γυναίκες έχουνε μείνει μπρος στις πόρτες πολλή ώρα, ο απριλιάτικος ουρανός και τ’ άστρα χωρίς σχέση καμιά με την τρομάρα τους, αυτές μουρμουρίζουνε «βοήθεια…». Οι γειτόνοι κι αυτοί ξεκομμένοι, δεν ακούνε, στα σπίτια τους μέσα και μέσα τρυπωμένοι, παρακαλούνε «…όχι εμάς, όχι εμάς…», τρέμουνε μήπως είναι κι αυτοί σημαδεμένοι. μήπως στην προχτεσινή εκδήλωση της Αντίστασης τους πήρε το μάτι κανενού χαφιέ,,, Όμως και πριν ξημερώσει καλά-καλά φτάνουνε μπρίκια και καφέδες, δίσκοι σκεπασμένοι. Τρυπώνουνε απ΄την πίσω πόρτα, μα και φανερά στις «σημαδεμένες» πόρτες, ως και δεξιές γειτόνισσες τρέχουνε.
      Η άνοιξη πια φανερή και στο πέλαγος, ταξιδεύει ξένοιαστα το καράβι της γραμμής, η μαυρίλα πιο λουλακιά, το κρύο της νύχτας κομμένο, η 3η θέση που δε σωπαίνει ποτές τώρα που ξημερώνει βιάζεται ν’ αρχίσει τη συζήτηση, τινάζουνε κουβέρτες, περιμένουνε πότε θ’ ανοίξει το καφενείο, άξαφνα ένα τρανζίστορ άνοιξε για τα νέα μα κάποια φωνή αλλιώτικη, ξέφρενη κάτι λέει αλλιώτικο, ακατανόητο. «Δικτατορία…» είπε βραχνά ο Πειραιώτης ζωέμπορος, πρώτος μίλησε «…πω …πω…πω απαγορεύεται η κυκλοφορία πω… πω…πω… κι η προθεσμία που λήγει το πρωί… κι η μπροστάντζα για τα δαμάλια..». Και συνεχίζει το ράδιο απειλές, διαταγές, σα να βγάζει αφρούς όποιος είναι ομιλητής. Κι όπως ξυπνά κανείς καμιά φορά νύχτα και σα να μην ανοίγουνε τα μάτια, τόσο είναι το σκοτάδι, έτσι με την είδηση που ακούστηκε σκοτείνιασε η μέρα.
       Μια παρέα παιδιά νησιώτες που συζητούσανε από βραδύς με τον έρωτα της λεφτεριάς, κοντέψανε νάρθουνε στα χέρια με δυο δεξιούς, έχουνε μείνει πια σαν καμακωμένα ψάρια εδώ-εκεί πεταμένοι, άφωνοι. Ούτε αστεία, ούτε πειράγματα, πουθενά, ήρθαν οι ναύτες, τους διώξανε όλους για να πλυθεί το κατάστρωμα.
       Είπαμε όπως κόβεται το φως μιας πολιτείας από βλάβη στο μηχανοστάσιο έτσι κόπηκε η πνοή της ζωής στο καράβι, σ’ όλα τα καράβια τα ελληνικά σ’ όλες τις θάλασσες, ο μπούσουλάς τους σα χαλασμένος.
Πάει ο ναύτης να ισάρει σημαία στην πρύμη καθώς έβγαινε ο ήλιος μιλά μοναχός του σαν προφήτης «…βάφτε μαύρες τις σημαίες μας…».
Μετά την παραλογιασμένη νύχτα η παραλογιασμένη μέρα, βγαίνει ο κόσμος από τα σπίτια να πάει στη δουλιά του « γυρίστε στα σπίτια σας, κλείστε πόρτες και παραθύρια…» γαυγίζουνε σκοποί σε κάθε γωνιά.
-Τι τρέχει;
-Κλείστε και τα στόματά σας…
Και τα μαγαζιά όλα κλειστά. «Εφημερίδες;» ρωτά ένας απ΄το κατώφλι του. «Περίμενε…» του φωνάζει ο περιπτεράς και γελά γέλιο φαρμακωμένο τρέχοντας να ξαναμπεί στο σπίτι του.
-Καλέ τι συμβαίνει; ρωτά και μια κυρά που άνοιξε το παράθυρό της.
-Δικτατορία… της πετά ο ίδιος τρέχοντας, δεν κατάλαβε αυτή, στράβωσε τη μούρη σα να μύρισε κάποια βρώμα και μπαίνει μέσα.
Ύστερα το ράδιο ουρλιάζει, θαρρείς πως κρεπάρουνε λαρύγγια για να τ’ αναγγείλουνε,«καταργείται το Σύνταγμα, έκτακτα μέτρα, κατάσταση πολιορκίας, κομμουνιστικός κίνδυνος, η Πατρίς εν κινδύνω». Υπογράφει ο Βασιλιάς, δεν έλειψε από καμιά συμφορά ο καταραμένος θρόνος.
-«Σας ξέρουμε, βγάλτε τις μουτσούνες…» λέει ένας εργάτης εργένης, όπως λένε στους μασκαρεμένους σε αποκριάτικη διασκέδαση, κλείνει το ράδιο, μένει παγιδευμένος ωστόσο μέσα στο εργένικο νοικοκυριό του, αιχμάλωτος και άνεργος.

Στο «Σημειωματάριο» αυτό η Έλλη Παπαδημητρίου περιγράφει με  μικρές ολοζώντανες εικόνες , ψηφίδα ψηφίδα, το μαύρο μωσαϊκό  των πρώτων ωρών της 21ης Απρίλη του 1967,  καθώς και των πρώτων ημερών που ακολούθησαν.  Το κείμενο δημοσιεύτηκε  σε 3 συνέχειες (21/22/23 Απρίλη του 1976) στον Ριζοσπάστη. Σε 3 συνέχειες θα δημοσιευτεί και στο μπλογκ.

Η Έλλη Παπαδημητρίου  γεννήθηκε στα 1906 στη Σμύρνη και μεγάλωσε στην Αθήνα όπου σπούδασε γεωπονία. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή : «Απόκριση», 1946, με ποιήματα από τη Μέση Ανατολή κατά τον πόλεμο, το θεατρικό : «Ανατολή», 1952, από τη Μικρασιατική Καταστροφή και το : «Ποιητική Γνώση», που κυκλοφόρησε το 1952 σε περιορισμένη έκδοση. Το 1961 εκδόθηκε το «8 τετράδια ποιήματα», το 1963 «Το βουνό», το 1964 το «Ελληνική Βοήθεια προς Αμερική» και το 1964 επίσης το «Ακούμε τη φωνή σου, Πατρίδα», σειρά από μαρτυρίες σε συνεργασία με 17 αφηγητές. Πέθανε στην  Αθήνα το 1993

4 σχόλια leave one →
  1. 21/04/2013 12:09 μμ

    γεια σου Μαρξ, χαθήκαμε…

  2. 21/04/2013 6:25 μμ

    Τί πιό αστείο από την απόλυτη έλειψη χιούμορ. Αυτή είναι η μόνη αρετή του φασισμού. Είναι γελοίος και προσφέρεται για σάτυρα.

  3. 22/04/2013 12:11 πμ

    Η αισθητική του φασισμού: το γελοίο που μεταμφιέζεται σε μεγαλείο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

  • θέι θάμθιγκ

  • ΠΡΟΣΟΧΗ!

  • ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ

  • Monkey Business

  • The Big Store

  • Από 06/01/2007 μέχρι τώρα

  • This blog is under copyleft… All wrongs reversed

  • Πληκτρολογήστε το email σας για να ακολουθήσετε αυτό το blog και να λαμβάνετε ειδοποιήσεις για νέες δημοσιεύσεις μέσω email.

    Μαζί με 7.591 ακόμα followers

  • Απριλίου 2013
    Δ T Τ T Π S S
    « Mar   May »
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  
  • Αρέσει σε %d bloggers: